Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2019

Ο Εργατικός Αγώνας επιχειρεί να ανοίξει μια συζήτηση για την προοπτική της εργατικής τάξης στο σύγχρονο κόσμο με την είσοδο των νέων τεχνολογιών και τις νέες εργασιακές σχέσεις που αυτές επιβάλλουν. Στα πλαίσια αυτά, δημοσιεύει μια εργασία του Γεράσιμου Αραβανή υπό τον γενικό τίτλο «Οι νέες τεχνολογίες, οι επιπτώσεις στους εργαζόμενους και την καπιταλιστική οικονομία, η προοπτική της εργατικής τάξης». Η εργασία δημοσιεύεται σε «αυτοτελή» επιμέρους τμήματα και, με την ολοκλήρωσή της, θα δοθεί στο σύνολό της με τη μορφή ηλεκτρονικού βιβλίου. Σήμερα δημοσιεύουμε το ενδέκατο μέρος:

 

Ο σοσιαλισμός και το κράτος

Σημαντικό ζήτημα για την επανάσταση και την μετάβαση από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, κατώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, είναι ο ρόλος του κράτους. Γύρω από το θέμα αυτό οι συγκρούσεις υπήρξαν οξύτατες μεταξύ κομμουνιστών και αναρχικών, μεταξύ κομμουνιστών και ρεφορμιστών. Ας δούμε κατ’ αρχήν την άποψη που αρνείται κάθε ρόλο του κράτους στην διαδικασία της μετάβασης και που με συνέπεια υποστήριξαν οι αναρχικοί στο τέλος του 19ου αιώνα και στον 20ο, ιδιαίτερα στις πρώτες δεκαετίες που και το πολιτικό τους βάρος ήταν πιο σημαντικό. Θα παρακολουθήσουμε σε αδρές γραμμές το θέμα μέσα από πρόσφατα γραπτά δύο σύγχρονων ακτιβιστών και συγγραφέων που σχετίζονται με τον χώρο.

Ας δούμε πως τοποθετείται ο Τζον Χόλογουεϊ στο βιβλίο του «Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία». Στην πρώτη σειρά του βιβλίου τονίζει: Εν αρχή ην η κραυγή. Κραυγάζουμε. Όταν γράφουμε ή όταν διαβάζουμε εύκολα ξεχνάμε πως η αφετηρία δεν είναι ο λόγος αλλά η κραυγή. Μια κραυγή θλίψης, μια κραυγή τρόμου, μια κραυγή θυμού, μια κραυγή άρνησης μπροστά στον ακρωτηριασμό της ανθρώπινης ζωής από τον καπιταλισμό: ΟΧΙ. Αφετηρία του θεωρητικού στοχασμού είναι η αντίθεση, η αρνητικότητα, η πάλη. Η σκέψη γεννιέται από την οργή και όχι από την πρόταξη του λόγου, ούτε από την στάση αυτού που «αναπαύεται και στοχάζεται τα μυστήρια της ύπαρξης», η συμβατική εικόνα του «στοχαστή»[1]. Και στη συνέχεια το ότι αισθανόμαστε πως ο κόσμος είναι άδικος δεν σημαίνει απαραίτητα πως έχουμε διαμορφώσει την εικόνα μιας ουτοπίας για να τον αντικαταστήσουμε…… Δεν χρειαζόμαστε καμία υπόσχεση αίσιου τέλους για να δικαιολογήσουμε την απόρριψη ενός κόσμου που τον νοιώθουμε εσφαλμένο. Αυτό είναι το αφετηριακό μας σημείο: Η απόρριψη ενός κόσμου που αισθανόμαστε ότι είναι εσφαλμένος, η άρνηση ενός κόσμου, που τον νοιώθουμε αρνητικό. Από κει πρέπει να πιαστούμε[2].

Με δύο λόγια ο συγγραφέας μάς λέει ότι πρέπει να ξεκινήσουμε τον αγώνα για να αλλάξουμε την κοινωνία από την «κραυγή», Κραυγή που μπορεί να προέρχεται από την απελπισία που νοιώθει κανείς από τα δεινά που τον βρίσκουν, από τις αδικίες που υφίσταται ο ίδιος και οι περί αυτόν, από το φόβο για το αύριο και την ανασφάλεια ή από άλλη αιτία. Είναι όμως θετική βάση αυτή για να εκκινήσει ένα τέτοιο μεγαλεπήβολο επαναστατικό σχέδιο; Πόσες φορές η κραυγή ακριβώς για το λόγο ότι δεν είχε βάθος δεν είχε αίσθηση των αιτιών που προκάλεσαν τα δεινά και τις αδικίες εκφυλίστηκε σε ένα επώδυνο για τον ίδιον συμβιβασμό και εντελώς ακίνδυνο για το καπιταλιστικό σύστημα; Ιστορικά οι περιπτώσεις αυτές είναι αμέτρητες.

Αντίθετα ο λόγος, η διαμόρφωση δηλαδή ταξικής συνείδησης και γνώσης αυτού που συμβαίνει και η δυνατότητα να διαμορφώνεται ολοκληρωμένο σχέδιο, να τίθεται στόχος συγκεκριμένος και το υποκείμενο που θα τον υλοποιήσει είναι προϋπόθεση για να καταστεί δυνατή η ριζική αμφισβήτηση της αστικής κοινωνίας. Ειδάλλως οι κραυγές και η δυσαρέσκεια εύκολα θα εκτονώνονται και όσο πιο ριζική είναι αυτή η αμφισβήτηση τόσο περισσότερο το υποκείμενο θα συνειδητοποιεί την ανάγκη και θα αγωνίζεται για την διαμόρφωση νέου τρόπου οργάνωσης της κοινωνίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το υποκείμενο θα τείνει να διαμορφώσει πιο ολοκληρωμένη την ταυτότητα του και μαζί η τάξη θα αποκτά συνείδηση της θέσης της στην κοινωνία, θα τείνει να μετατραπεί σε τάξη για τον εαυτό της. Επιπλέον θεωρούμε ότι η απλή απόρριψη της υπάρχουσας κατάστασης δεν μπορεί να αποκοπεί ριζικά από την τάση των δραστήριων ανθρώπων να μελετούν τη δυνατότητα διαμόρφωσης και να σχεδιάζουν τις προϋποθέσεις επίτευξης μιας άλλης δίκαιης κοινωνίας.

Στο αμέσως επόμενο ζήτημα που τίθεται, «με ποιόν τρόπο θα αλλάξουμε τον κόσμο» ο συγγραφέας απαντά «πέραν του κράτους και πέραν της εξουσίας», θεωρώντας ότι η αυταπάτη σχετικά με το κράτος αποτέλεσε φορέα ελπίδας κατά το μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα, καθώς ο αιώνας προχωρούσε μετατρέπονταν όλο και περισσότερο σε δολοφόνο της ελπίδας. Η φαινομενική αδυναμία πραγμάτωσης της επανάστασης στις αρχές του 21ου αιώνα στην πραγματικότητα αντικατοπτρίζει την ιστορική αποτυχία μιας συγκεκριμένης έννοιας της επανάστασης, αυτής που ταυτίζει την επανάσταση με τον έλεγχο του κράτους.[3] Το λάθος των μαρξιστικών επαναστατικών κινημάτων δεν ήταν η άρνηση της καπιταλιστικής φύσης του κράτους αλλά η υποτίμηση του βαθμού ενσωμάτωσης του κράτους στο δίκτυο των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων[4], σημειώνει ο συγγραφέας και επειδή το κράτος δεν το αντιλαμβάνεται με τρόπο ταξικό, αλλά γενικά ως θεσμό που σε όλους τους κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς είναι το ίδιο, απλά είναι κράτος, είναι εξουσία, θεωρεί ότι οι κομμουνιστές επιδιώκοντας την κατάληψη της εξουσίας προσπαθούν να αποσπάσουν το καπιταλιστικό κράτος από τις κοινωνικές σχέσεις των οποίων είναι μέρος και να το θέσουν στην υπηρεσία τους.

Επιπλέον θεωρεί ότι ο στόχος της κατάληψης της εξουσίας αναπόφευκτα συνεπάγεται την εργαλειοποίηση του αγώνα, σε σημείο που η πάλη φτάνει να έχει μοναδικό στόχο της την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας. Σε τελική ανάλυση ότι η επανάσταση είναι απλώς το εργαλείο για την κατάληψη της εξουσίας και την αξιοποίηση της κρατικής μηχανής.

Ο Μαρξισμός όμως έχει δώσει σαφείς απαντήσεις πάνω στα προβλήματα αυτά. Στην 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη ο Μαρξ να γράφει για τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο της εργατικής σοσιαλιστικής επανάστασης σε αντιδιαστολή με τις αστικές επαναστάσεις που βαδίζουν ορμητικά από επιτυχία σε επιτυχία, τα δραματικά τους αποτελέσματα ξεπερνούν το ένα το άλλο…. μα οι επαναστάσεις αυτές ζουν λίγο καιρό, οι προλεταριακές επαναστάσεις όπως οι επαναστάσεις του 19ου αιώνα κάνουν αδιάκοπη κριτική στον ίδιο τον εαυτό τους, διακόπτουν κάθε τόσο την ίδια τους την πορεία, ξαναγυρίζουν σε κείνο που φαίνεται ότι έχει πραγματοποιηθεί για να το ξαναρχίσουν από την αρχή, περιγελάνε με ωμή ακρίβεια της μισοτελειωμένες δουλειές, τις αδυναμίες και τις ελεεινότητες των πρώτων τους προσπαθειών, φαίνονται να ξαπλώνουν χάμω τον αντίπαλό τους μόνο και μόνο για να του δώσουν την ευκαιρία να αντλήσει καινούργιες δυνάμεις από την γη και να ορθωθεί πάλι πιο γιγάντιος μπροστά τους, οπισθοχωρούν συνεχώς μπροστά στην ακαθόριστη απεραντοσύνη των σκοπών τους, ώσπου να δημιουργηθεί η κατάσταση που κάνει αδύνατο κάθε ξαναγύρισμα[5], αυτά δείχνει ο συγγραφέας να τα αγνοεί και διαστρεβλώνει το Μαρξισμό. Η επανάσταση με όλο το πλούσιο περιεχόμενο της, το απελευθερωτικό της μήνυμα, την ενιαία συλλογική και με αυταπάρνηση δράση των μαζών, την οργάνωση και τις αρχές που θεσπίζει είναι μια μικρογραφία της νέας κοινωνίας που οικοδομείται. Κεντρική σημασία σε αυτή την δράση δεν αποκτά η κατάληψη και η αξιοποίηση του κράτους, αλλά η συντριβή του. Η δράση της εργατικής τάξης περιλαμβάνει δύο πλευρές στην διαλεκτική τους ενότητα. Αφενός μεν την καταστροφή των αστικών θεσμών και αφετέρου την οικοδόμηση νέων ριζικά διαφορετικών, των θεσμών της δικτατορίας του προλεταριάτου, εξουσίας μεταβατικής, που δεν είναι κράτος αλλά μισοκράτος που τείνει στην απονέκρωση του. Η ανάγκη της δικτατορίας του προλεταριάτου επιβάλλεται για λόγους που δεν σχετίζονται με το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων ή την ανάπτυξη της αστικής δημοκρατίας, αλλά για το λόγο ότι η εργατική τάξη έχει να επιτελέσει ένα πελώριο και δύσκολο έργο, το έργο της οικοδόμησης του κομμουνισμού πάνω στο έδαφος που κληροδότησε ο καπιταλισμός και με όλα τα προβλήματα του, τη διαμόρφωση με νέες αρχές και αξίες των ανθρώπων, την παραπέρα ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την άμυνα απέναντι στις αντιδράσεις της αστικής τάξης και του ιμπεριαλιστικού περίγυρου.

Αρνούμενος ο συγγραφέας το «λόγο», την διαμόρφωση στόχου, σχεδίου και υποκειμένου για την υλοποίηση του ουσιαστικά αρνείται την στοχευμένη συνειδητή δράση του επαναστατικού υποκειμένου και μέσα από την άρνηση του σκοπού, αρνείται την εξουσία, τον αναγκαίο όρο για την υλοποίηση του σκοπού και ξεπέφτει στον ρεφορμισμό, την δράση για την δράση, το κίνημα για το κίνημα.

Αυτήν του την άρνηση για οποιανδήποτε εξουσία και κράτος ο Χόλογουεϊ τη στηρίζει στην διάκριση που προτείνει μεταξύ των εξουσιών, σε εξουσία – για και εξουσία – επί. Θεωρεί ότι η εξουσία – για είναι πάντα μια κοινωνική εξουσία, δεν είναι ποτέ ατομική, την ασκεί πάντα το κοινωνικό σύνολο επ’ ωφελεία του και αυτό επειδή η εξουσία –για προϋποθέτει την αίσθηση της δύναμης και την δυνατότητα της πράξης από το κοινωνικό σύνολο. Το πράττειν και η εξουσία γι’ αυτό είναι μέρος της κοινωνικής ροής, σημειώνει ο συγγραφέας και όταν η ροή αυτή σπάσει τότε η εξουσία- για μετασχηματίζεται στο αντίθετό της εξουσία– επί.

Αυτό συμβαίνει όταν κάποιος ή κάποιοι, σημειώνει ο Χολογουέι, σφετεριστούν την δυνατότητα του συνόλου να σκέφτεται να σχεδιάζει και να πράττει, όταν αυτοί παίρνουν αυτήν την δυνατότητα στα χέρια τους και το σύνολο εκτελεί τα σχέδια τους. Τότε η εξουσία-για γίνεται εξουσία- επί, μια σχέση άσκησης εξουσίας πάνω σε άλλους. Στις ταξικές κοινωνίες από την δουλοκτησία μέχρι τον καπιταλισμό την εξουσία-επί την υφίσταται όλες οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις, είναι εξουσία επιβολής στο κοινωνικό σύνολο και υποταγής του από την κυρίαρχη τάξη.

Όλες οι εξουσίες μέχρι σήμερα μετασχηματίστηκαν σε εξουσίες- επί, κατά το συγγραφέα, και γι’ αυτό το ζήτημα δεν είναι ποιος ασκεί την εξουσία αλλά πως θα δημιουργηθεί ένας κόσμος βασισμένος στην αμοιβαία αναγνώριση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, στην διαμόρφωση κοινωνικών σχέσεων που δεν θα αποτελούν σχέσεις εξουσίας. Από αυτήν την άποψη, την εξάλειψη της ταξικής εξουσίας και του κράτουςτο απόφθεγμα του Λένιν ότι η εξουσία είναι ένα ζήτημα του ποιος – ποιον είναι εντελώς λανθασμένο, όπως λανθασμένη είναι και η ρήση του Μάο ότι η εξουσία βγαίνει από την κάνη του όπλου. Η εξουσία-επί βγαίνει από την κάνη του όπλου όχι όμως η εξουσία-για. Η πάλη για την απελευθέρωση της εξουσίας-για δεν είναι πάλη για να κατασκευάσουμε μια αντίπαλη εξουσία αλλά μια αντιεξουσία, κάτι ριζικά διαφορετικό από την εξουσία-επί. Και στην συνέχεια, το επαναστατικό κίνημα συγκροτήθηκε σε πολλές περιπτώσεις ως αντικατοπτρισμός της εξουσίας, ως στρατός ενάντια στον στρατό, ως κόμμα ενάντια στο κόμμα, με αποτέλεσμα η εξουσία να αναπαράγεται μέσα από την ίδια την επανάσταση. Η αντιεξουσία επομένως δεν είναι μια αντίπαλη εξουσία αλλά κάτι πολύ πιο ριζοσπαστικό. Είναι η κατάργηση της εξουσίας – επί, η χειραφέτηση της εξουσίας – για.[6] Και, ταυτόχρονα ο συγγραφέας θεωρεί ότι το σχέδιο αυτό, η δημιουργία, δηλαδή, μιας κοινωνίας χωρίς εξουσία, ως το πιο ριζοσπαστικό και ταυτόχρονα πολύ πιο ρεαλιστικό.

Πάνω σ’ αυτά σημειώνουμε δύο κυρίως ζητήματα ανάμεσα στα πολλά που υπάρχουν:

Με ποια διαδικασία και ποια μέσα θα καταργηθεί η εξουσία-επί και θα μετατραπεί σε εξουσία – για, δηλαδή θα ηττηθεί η αστική εξουσία και θα καταργηθεί η αστική κυριαρχία; Υπάρχει άλλος τρόπος από την νίκη σε βάρος της αστικής τάξης και του κράτους της και η νίκη αυτή δεν μπορεί παρά να επιτευχθεί με βίαια μέσα αφού είναι δεδομένο ότι η αστική τάξη δεν πρόκειται να παραδώσει την εξουσία, αλλά θα αμυνθεί με κάθε μέσο. Ας δώσουμε την απάντηση με τα λόγια του Λένιν. Δεν διαφωνούμε καθόλου με τους αναρχικούς στο ζήτημα της κατάργησης του κράτους σαν σκοπό, σημείωνε ο Λένιν, υποστηρίζουμε πως για την επίτευξη αυτού του σκοπού είναι απαραίτητη η προσωρινή χρήση των οργάνων, των μέσων και των μεθόδων της κρατικής εξουσίας ενάντια στους εκμεταλλευτές, όπως για την κατάργηση των τάξεων είναι αναγκαία η προσωρινή δικτατορία της καταπιεζόμενης τάξης[7].

Όσο αφορά στο χρόνο κατάργησης του κράτους και των πολιτικών λειτουργιών γενικότερα καθώς και στη χρήση της κρατικής δύναμης και των μηχανισμών για την επιβολή της επανάστασης παρέθετε, ο Λένιν, στο ίδιο έργο του το εξής απόσπασμα από τον Έγκελς από το άρθρο του για το Πολιτικό Κύρος: Όλοι οι σοσιαλιστές συμφωνούν πως το κράτος και μαζί του και το πολιτικό κύρος θα εξαφανιστούν σαν αποτέλεσμα της μελλοντικής κοινωνικής επανάστασης και αυτό σημαίνει ότι οι δημόσιες λειτουργίες θα χάσουν τον πολιτικό τους χαρακτήρα και θα μετατραπούν σε απλές διοικητικές λειτουργίες που θα προστατεύουν τα κοινωνικά συμφέροντα. Οι αντίπαλοι όμως του κύρους απαιτούν να καταργηθεί μονομιάς το πολιτικό κράτος, πριν ακόμη εξαφανιστούν οι κοινωνικές σχέσεις που το γέννησαν. Απαιτούν η πρώτη πράξη της κοινωνικής επανάστασης να είναι η κατάργηση του κύρους. Η επανάσταση είναι αναμφίβολα το αυθεντικότερο πράγμα που μπορεί να υπάρχει. Είναι μια πράξη κατά την οποία ένα μέρος του πληθυσμού επιβάλλει τη θέλησή του στο άλλο… Και το κόμμα που νίκησε είναι αναγκαστικά υποχρεωμένο να διατηρήσει την κυριαρχία του με τον τρόμο που εμπνέουν τα όπλα του στους αντιδραστικούς. Θα κρατούσε ποτέ η κομμούνα του Παρισιού, έστω και μια μέρα, αν δεν είχε χρησιμοποιήσει ενάντια στην αστική τάξη το κύρος του οπλισμένου λαού; Αντίθετα δεν έχουμε άραγε δίκιο να επικρίνουμε την Κομμούνα για το ότι δεν το χρησιμοποίησε όσο έπρεπε[8];

Το κράτος είναι προϊόν των κοινωνιών σε μια ορισμένη βαθμίδα εξέλιξής τους, είναι προϊόν των ανειρήνευτων ταξικών αντιθέσεων και εμφανίζεται όταν οι αντιθέσεις αυτές δεν μπορούν αντικειμενικά να συμφιλιωθούν με ειρηνικά μέσα. Άρα το κράτος δεν μπορούσε ούτε να εμφανιστεί ούτε και να διατηρηθεί αν ήταν δυνατή, αντικειμενικά, η συμφιλίωση των τάξεων. Το κράτος σύμφωνα με το μαρξισμό είναι όργανο ταξικής κυριαρχίας, όργανο με το οποίο η κυρίαρχη τάξη καταπιέζει τις υποτελείς τάξεις. Δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του Πουλατζά ότι το κράτος είναι «σχέση», αποτέλεσμα του συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ των τάξεων της κοινωνίας και άρα όταν τροποποιείται ο ταξικός συσχετισμός και αυτός δεν παραμένει ποτέ σταθερός, διαφοροποιείται αντίστοιχα και ο χαρακτήρας του κράτους. Αν το κράτος είναι όργανο κυριαρχίας μιας τάξης πάνω στις άλλες, στις υποτελείς τάξεις, μόνον η κατάλυση του κράτους μέσω μιας βίαιης επανάστασης μπορεί να οδηγήσει στην απελευθέρωση των καταπιεσμένων, ενώ με βάση τις αντιλήψεις του Πουλατζά η πιο αποτελεσματική στρατηγική είναι η επίμονη προσπάθεια για τη βελτίωση του ταξικού συσχετισμού δύναμης υπέρ της εργατικής τάξης, η ιδεολογική ηγεμονία της εργατικής τάξης στην κοινωνία, η ειρηνική μέσω των αστικών θεσμών κατάκτηση της πλειοψηφίας στα θεσμικά όργανα και η μεταρρύθμιση συνολικά του καπιταλισμού, ώστε να μετατραπεί αυτός σε σοσιαλισμό.

Θα περάσουμε τώρα στις απόψεις ενός άλλου ελευθεριακού συγγραφέα και ακτιβιστή του Murray Bookchin. Ο συγκεκριμένος συγγραφέας, τροτσκιστής που πέρασε στην αναρχία, τα τελευταία χρόνια διαφοροποιείται και προσπαθεί να δώσει απαντήσεις σε ορισμένα σημαντικά προβλήματα και αδιέξοδα που αντιμετωπίζουν οι αναρχικές θεωρίες, εισάγοντας ορισμένα στοιχεία της μαρξιστικής σκέψης. Επιδιώκει να συνθέσει και να εξελίξει τα πιο βιώσιμα χαρακτηριστικά της αναρχικής και της μαρξιστικής παράδοσης.[9]

Ο Bookchin θεωρεί ότι ο αναρχισμός αντιπροσωπεύει μια εξαιρετικά ατομικιστική θεώρηση που προάγει ένα εντελώς αχαλίνωτο τρόπο ζωής, ο οποίος πολλές φορές υποκαθιστά την μαζική δράση[10], ότι δεν μπορεί να συνδεθεί με την υπάρχουσα πραγματικότητα των κοινωνιών, αντίθετα διακρίνεται από έντονο πρωτογονισμό. Γράφει συγκεκριμένα: Τα τελευταία χρόνια κάποιοι αναρχικοί αναφέρουν ότι ο πολιτισμός, η τεχνική και η ορθολογικότητα είναι τα μεγαλύτερα μειονεκτήματα του ανθρώπου και υποστηρίζουν ότι πρέπει να αντικατασταθούν από μια πιο πρωτόγονη, υποτίθεται «αυθεντική» κουλτούρα, η οποία θα αποφεύγει όλα τα επιτεύγματα της ιστορίας προκειμένου να αποκαταστήσει την αρχική «αυθεντική» αρμονία της ανθρωπότητας με τον εαυτό της και με την σχεδόν μυστικιστική «Φύση». Δεδομένου ότι οι αναρχικοί τελευταία ενστερνίζονται αυτή την άποψη, οδήγησαν στην πραγματικότητα τον αναρχισμό στις αρχικές του ρίζες, μετά από μια μακραίωνη περιπλάνηση του… Εφόσον ο αναρχισμός τονίζει τον πρωτογονισμό έναντι της πολιτισμικής αφομοίωσης, την ανάκτηση έναντι της ανακάλυψης, τον αυταρχισμό έναντι της αλληλεξάρτησης, τον παγανισμό έναντι του πολιτισμού- συχνά στηρίζοντας το εννοιολογικό του σύστημα σε ένα «φυσικό», πιθανώς «βασικό» ανιστορικό αυτόνομο εγώ, απελευθερωμένο από τον ορθολογισμό και το θεωρητικό βάρος του «πολιτισμού»- βρίσκεται στην πραγματικότητα σε ευθεία αντίθεση με το πραγματικό εγώ, το οποίο εντοπίζεται πάντοτε σε ένα δεδομένο εγκόσμιο, τεχνολογικό, πολιτισμικό, παραδοσιακό, πνευματικό και πολιτικό περιβάλλον.[11]

Για τον μαρξισμό η άποψή του συγγραφέα είναι ότι οι οικονομικές αναλύσεις του αφορούσαν την εποχή του αναδυόμενου βιομηχανικού καπιταλισμού του 19ου αιώνα. Αν και ο μαρξισμός είναι μια εξαιρετική θεωρία για τις υλικές προϋποθέσεις του σοσιαλισμού, δεν ασχολήθηκε με τις οικολογικές, αστικές και υποκειμενικές δυνάμεις, ή με εκείνες τις ικανές συνθήκες που θα μπορούσαν να ωθήσουν την ανθρωπότητα προς μια επαναστατική αλλαγή. Αντίθετα για σχεδόν ένα ολόκληρο αιώνα, ο μαρξισμός βάλτωσε θεωρητικά[12]Ο μαρξισμός αναδείχθηκε σε μια εποχή που οι βιομηχανικές κοινωνίες ήταν ακόμα σε πρώιμο στάδιο ανάπτυξης και τότε σχηματιζόταν τα έθνη- κράτη[13] και ακόμη ότι ο μαρξισμός εγκλωβίστηκε σε καθαρά ταξικές σχέσεις μιας μικρής ιστορικής περιόδου της εποχής της πρώτης βιομηχανικής επανάστασης[14].

Η λύση για τους λαούς σήμερα είναι, κατά το συγγραφέα ο κομμουναλισμός, δηλαδή ο «ελευθεριακός κοινοτισμός». Ένα περίγραμμα των απόψεων και ταυτόχρονα των επιδιώξεων του συγγραφέα, μας δίνει το παρακάτω απόσπασμα από το συγκεκριμένο βιβλίο του, που αποτελεί την πεμπτουσία των αντιλήψεων του για τον κομμουναλισμός: Σήμερα χρειαζόμαστε ένα σοσιαλισμό- ελευθεριακό ή επαναστατικό- που δεν θα είναι ούτε η επέκταση μιας μορφής «συνεταιριστικής» συνεργασίας αγροτών- τεχνιτών, κάτι που αποτελεί τον πυρήνα του αναρχισμού, ούτε ο προλεταριασμός του επαναστατικού συνδικαλισμού και του μαρξισμού. Όσο και αν σήμερα είναι της μόδας για τους νέους ανθρώπους, οι παραδοσιακές ιδεολογίες- ειδικά ο αναρχισμός- πρέπει να αναλάβει τα πνευματικά ηνία ένας πραγματικά προοδευτικός σοσιαλισμός που θα εμπνέεται από τις μαρξιστικές και ελευθεριακές ιδέες, αλλά ταυτόχρονα θα ξεπερνά αυτές τις παλιές ιδεολογίες. Αν οι σημερινοί ριζοσπάστες απλώς επαναφέρουν στη ζωή το μαρξισμό, τον αναρχισμό και τον επαναστατικό συνδικαλισμό και τους δώσουν έτσι μια ιδεολογική αθανασία τότε θα εμποδίσουν την ανάπτυξη ενός ουσιαστικού ριζοσπαστικού κινήματος… Από το μαρξισμό αντλεί το βασικό πρόγραμμα για το σχηματισμό ενός ορθολογικού, συστηματικού και συνεκτικού σοσιαλισμού που ενσωματώνει τη φιλοσοφία, την ιστορία, την κοινωνική επιστήμη και την πολιτική. Και εφόσον είναι διαλεκτικός, προσπαθεί να προσδώσει και ένα πρακτικό χαρακτήρα στη θεωρία. Από τον αναρχισμό αντλεί τη δέσμευση στον αντικρατισμό και τον συνομοσπονδισμό, όπως επίσης και την παραδοχή ότι η ιεραρχία είναι το βασικό πρόβλημα που μπορεί να ξεπεραστεί μόνο μέσα από μια ελευθεριακή σοσιαλιστική κοινωνία.[15] Αυτά αποτελούν μια σαφέστατη τοποθέτηση σχετικά με το που θεωρεί ο συγγραφέας πρέπει να πάνε τα πράγματα. Να ξεπεραστεί ο μαρξισμός και να απορριφθεί ως λανθασμένος και ακατάλληλος και στη βάση της αναρχικής θεωρίας για άρνηση κάθε μορφής κράτους και εξουσίας και ως πρώτο μέτρο και επιδίωξη να τίθεται η κατάργηση του, να διαμορφωθεί ένα νέο σχέδιο στο οποίο η συνεισφορά του μαρξισμού θα είναι η συγκρότηση του βασικού προγράμματος, αφού η αναρχική θεωρία δεν μπορεί αυτό να το προσφέρει. Η αναστήλωση του αναρχισμού και των ουτοπιών του με χρήση στοιχείων της μαρξιστικής θεωρίας και κατά αυτόν τον τρόπο τελειώνουμε με το μαρξισμό.

Ο κομμουναλισμός, κατά τον συγγραφέα, συγκροτείται από αυτόνομες κοινότητες και ενδεχομένως στο πλαίσιο μιας συνομοσπονδίας. Οι αυτόνομες κοινότητες ανταγωνίζονται την καπιταλιστική εξουσία και το κράτος με στόχο να κυριαρχήσουν και να επιβάλουν ελευθεριακή διοίκηση και στην πορεία να διαμορφώσουν με άλλες κοινότητες μια συνομοσπονδία με στόχο την αντιμετώπιση προβλημάτων που ξεπερνούν τα όρια μιας κοινότητας. Η αντιπαράθεση με το κράτος, θεωρεί ο συγγραφέας, θα οδηγήσει σε ένα είδος δυαδικής εξουσίας, η κατάληξη της οποίας θα είναι είτε οι λαϊκές συνελεύσεις να κυριαρχήσουν είτε να συμβιβαστούν και να ηττηθούν.

Η επιδίωξη των κομμουναλιστών, κατά τον συγγραφέα, πρέπει να είναι η μεταβολή της πολιτικής, αλλά και της οικονομικής ζωής της κοινωνίας. Η οικονομική ζωή δεν θα αλλάξει αφαιρώντας από τους καπιταλιστές την ιδιοκτησία, καταργώντας δηλαδή την ιδιωτική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και αξιοποίησή τους προς όφελος της κοινωνίας. Ο σκοπός δεν είναι να εθνικοποιήσει την οικονομία ή να διατηρήσει την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, αλλά να κοινοτικοποιήσει την οικονομία. Επιδιώκει να ενσωματώσει τα μέσα παραγωγής στην πραγματική ζωή της κοινότητας με τέτοιο τρόπο ώστε κάθε παραγωγικό εγχείρημα να εμπίπτει στην αρμοδιότητα της τοπικής συνέλευσης, η οποία αποφασίζει πώς θα πρέπει να λειτουργεί αυτό προκειμένου να ικανοποιεί τα συμφέροντα της κοινότητας ως όλον.[16] Είναι ιδιαίτερα δύσκολο να φανταστεί κανείς πως οι μεγαλοϊδιοκτήτες θα διατηρούν την ιδιοκτησία τους στα μέσα παραγωγής, θα εκμεταλλεύονται την εργατική τάξη για ένα μισθό, πολλές φορές πείνας, με τη συνδρομή των κατασταλτικών δυνάμεων του κράτους και παράλληλα θα ενσωματώνονται τα μέσα παραγωγής στην πραγματική ζωή της κοινωνίας, θα εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της τοπικής συνέλευσης και οι κοινότητες θα είναι δημοκρατικές.

Έχοντας υπ' όψιν του την αρνητική πείρα από τη διαμόρφωση διαχειριστικών εγχειρημάτων κατά τη ρωσική επανάσταση του 1917 και την περίοδο διακυβέρνησης των δημοκρατικών στην Ισπανία που εκφυλίστηκαν σε «μορφές συλλογικού καπιταλισμού[17]», είτε ενεπλάκησαν σε έναν κραυγαλέο ανταγωνισμό μεταξύ τους για τις πρώτες ύλες, τους τεχνικούς, τις αγορές και τα κέρδη[18] θέτει το ζήτημα αφενός μεν της αντιμετώπισης του τοπικισμού και αφετέρου την ανάγκη διαμόρφωσης κάποιου επιπέδου μορφών, διαδικασιών και μέτρων για να αποφευχθούν αντίστοιχα φαινόμενα και να οργανωθεί η οικονομία. Είναι όμως σαφές ότι ένα τέτοιο τεράστιο πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί από αυτόνομες κοινότητες και τοπικές συνελεύσεις, όταν μάλιστα το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων δεν είναι τόσο υψηλό, ώστε να υπάρχει τουλάχιστον πλήρης επάρκεια αγαθών, για να ικανοποιείται το σύνολο των αναγκών ολόκληρης της κοινωνίας. Μόνο με κεντρική διαχείριση όλων αυτών των μέσων και δυνατοτήτων μπορεί να δοθεί λύση. Η ανάγκη του κεντρικού σχεδιασμού που θέτει ως βάση την αρχή ο μαρξισμός είναι προφανής και αυτό φυσικά απαιτεί, την κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας την ύπαρξη κράτους της εργατικής τάξης για τη μεταβατική περίοδο το οποίο σταδιακά θα συρρικνώνεται μέχρι την εξαφάνιση του.

Ο συγγραφέας επιχειρεί να λειάνει ορισμένες ακρότητες του αναρχισμού που οδηγούν σε πρόδηλα αδιέξοδες θέσεις σε κύρια ζητήματα, οι οποίες φυσικά απορρέουν από την άμεση κατάργηση του κράτους και της εξουσίας και την εμμονή στην αυτονομία και στον ελευθεριασμό. «Ο κομμουνισμός ασχολείται με το πρόβλημα της εξουσίας», γράφει ο συγγραφέας διαφοροποιούμενος στο σημείο αυτό από τον κλασικό αναρχισμό, με την έννοια ότι συμμετέχει σε εκλογές για τους δήμους, τις κοινότητες και τα δημοτικά συμβούλια, με στόχο τη μετατροπή τους σε αυτόνομα ελευθεριακά όργανα, δέχεται την αρχή της πλειοψηφίας αναγνωρίζοντας ότι η εμμονή στην ομοφωνία οδηγεί τις κοινότητες σε αδιέξοδο και κινδυνεύουν με διάλυση. Δεν συμμετέχει όμως σε γενικές εκλογές για την ανάδειξη κοινοβουλίου και κυβέρνησης, θεωρώντας τη συμμετοχή αυτή τυχοδιωκτισμό, αφού μέσω αυτών των εκλογών διαμορφώνονται τα κρατικά όργανα τα οποία κατηγορηματικά απορρίπτει[19].

Επιπλέον βλέπει την αναγκαιότητα το κομμουναλιστικό εγχείρημα να στηρίζεται σε μια νέα ριζοσπαστική οργάνωση και σε ένα πρόγραμμα και θεωρητικό πλαίσιο, ώστε οι στόχοι να είναι συνεκτικοί, σε ικανούς αφοσιωμένους ανθρώπους, εννοείται μια ηγεσία, ανεξαρτήτως των όρων που χρησιμοποιεί για τη συγκάλυψη της ύπαρξης της, όπως αγωνιστές, αγωνιστές με επιρροή που χρησιμοποιήθηκαν σε άλλες περιπτώσεις κ.λπ. Μια σοβαρή ελευθεριακή προσέγγιση για την ηγεσία, σημειώνει, θα χρειάζονταν να αναγνωρίσει την ύπαρξη και την καίρια σημασία των ηγετών, κυρίως με σκοπό να συσταθούν οι εξαιρετικά απαραίτητες τυπικές δομές και κανονισμοί που μπορούν με αποτελεσματικότητα να ελέγξουν και να αλλάξουν τη δράση των ηγετών, οι οποίοι και θα ανακαλούνται όταν η βάση αποφασίσει ότι κάνουν κατάχρηση του σεβασμού που τους δείχνουν ή όταν η ηγεσία καταντήσει να κάνει κατάχρηση εξουσίας.[20] Είναι φανερό ότι παίρνει και αξιοποιεί με τον δικό του τρόπο, ουσιαστικά στρεβλό , βασικές ιδέες και θέσεις της μαρξιστικής θεωρίας και πολιτικής για το κόμμα και τα λαϊκά όργανα εξουσίας.

Στο βιβλίο «Η Επόμενη Επανάσταση» υπάρχουν πλήθος ουτοπιών και αντιφάσεων. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα εξής: Το λιγότερο που πρέπει να έχουμε προκειμένου να επιτύχουμε ένα είδος ελεύθερης κοινωνικής ζωής, σαν αυτό που επιδιώκουμε είναι μια δημοκρατία στην οποία θα έχουμε κοινή πολιτική ζωή,[21] και σε άλλο σημείο αναφέρει ότι οι κάτοικοι της πόλης και τα μέλη της συνέλευσης πρέπει να προσέρχονται στις γενικές συνελεύσεις όχι ως εργαζόμενοι με τα συγκεκριμένα προβλήματα τους, κλαδικά, οικονομικά ή οτιδήποτε άλλο, αλλά ως πολίτες μόνο με τα γενικότερα προβλήματα που απασχολούν το δήμο και την κοινωνική ζωή, η κυρία έγνοια τους πρέπει να είναι το γενικό συμφέρον της κοινωνίας που ζουν.[22] Στις αναφορές αυτές έχομε μια πλήρη απόσπαση του περιεχομένου και της λειτουργίας των συλλογικών οργάνων και εν τέλει της πολιτικής από την οικονομία και τις γενικότερες συνθήκες ζωής. Σε ποιο στάδιο, αλήθεια, της εξέλιξης μπορεί ο εργαζόμενος να ασχολείται μόνο με τα γενικά προβλήματα του δημόσιου βίου, παρά μόνο όταν έχει πλήρως απαλλαγεί από τις ανάγκες της επιβίωσης, ακόμη και την ανάγκη της εργασίας σε πολύ μεγάλο βαθμό, όταν η εργασία θα έχει παύσει πλέον να υπαγορεύεται από τις ανάγκες και από εξωτερική σκοπιμότητα;

Η εργασία για την ικανοποίηση των αναγκών είναι αναγκαία σε όλους τους τρόπους παραγωγής, ακόμη και στην κομμουνιστική κοινωνία με ένα άλλο χαρακτήρα και σε ένα άλλο βαθμό φυσικά. Έστω όμως και με λιγότερη εργασία και περισσότερο ελεύθερο χρόνο η εργασία παραμένει πάντα ένα βασίλειο της ανάγκης.[23] Μόνο σε αυτές τις συνθήκες η ενασχόληση του ανθρώπου με τα ιδιαίτερα οικονομικά προβλήματα του καθίσταται δυνατή, έστω και αν ο συγγραφέας προσπαθεί να την παρακάμψει πολύ νωρίτερα. Επιπρόσθετα η ελεύθερη κοινωνική ζωή επιτυγχάνεται απλώς και μόνο με τη δημοκρατική λειτουργία και μάλιστα όλα αυτά τα κατακτούν οι άνθρωποι στις συνθήκες της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και της πολιτικής κυριαρχίας της αστικής τάξης και αφού το επιτύχουν εν συνεχεία θα κινηθούν να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα του κράτους και των μορφών κρατικής εξουσίας, όπως αναφέρει ο συγγραφέας;

Ο Bukchin αναζητά επιβεβαίωση των απόψεων του για το ρόλο και τις δυνατότητες της κοινότητας ώστε να οργανωθεί στις σημερινές συνθήκες στη βάση αυτών η νέα κοινωνία και αναφέρεται στην αρχαιότητα, στο μεσαίωνα και στη διάρκεια μεγάλων επαναστάσεων, όταν εμφανίστηκαν τέτοιες μορφές εξουσίας στις κοινωνίες. Aκόμη όμως και στην εποχή εκείνη δεν επρόκειτο πράγματι για συνελεύσεις και κοινότητες που λειτουργούσαν δημοκρατικά, τουλάχιστο από ένα σημείο και πέρα όταν η ταξική διαίρεση των κοινωνιών προχώρησε. Η ιδιότητα του πολίτη στις περισσότερες περιπτώσεις είχε ολιγαρχικές δομές π.χ. το Lubeck, πρωτεύουσα της Χανσεατικής Ένωσης, η Βενετία και όλες οι ιταλικές πόλεις, το ίδιο στην Αγγλία και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η επικράτηση των κατόχων του πλούτου και των ηγετικών οικογενειών ήταν γεγονός και όσο προχωρούσε η ταξική διαίρεση τόσο έπαιρνε το χαρακτήρα κράτους για την επιβολή των ταξικών συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης πάνω στον υπόλοιπο πληθυσμό.[24] Στην αναφορά του όμως αυτή παραλείπει το κύριο, ότι η οργάνωση στη βάση των κοινοτήτων και των πόλεων ήταν η κυρίαρχη κρατική μορφή οργάνωσης στην εποχή που αυτές αναπτύχθηκαν. Στην εποχή όμως του καπιταλισμού τα πράγματα άλλαξαν ριζικά, η κυρίαρχη μορφή έγινε το κράτος που περιλαμβάνει ένα συγκεκριμένο έθνος, η στις αυτοκρατορίες όπου ένα κυρίαρχο έθνος καταπιέζει έθνη και εθνότητες υποτελείς και εξασφαλίζει την ενότητα του με την καταπίεση και το βούρδουλα. Επιπλέον, στην εποχή των επαναστατικών γεγονότων οι μορφές οργάνωσης των εργαζομένων από τα κάτω, σοβιέτ, εργατικές επιτροπές κ.λπ. ήταν οι μορφές που επέλεξε η εργατική τάξη, καταρχάς αυθόρμητα, για να λύσει ζωτικά της προβλήματα και να συνεχίσει τον αγώνα και αυτά στην πορεία εξελίχθηκαν στα όργανα εξουσίας της, όργανα της δικτατορίας του προλεταριάτου και όχι σε αυτόνομες κοινότητες. Το κράτος θα παραμείνει ώσπου να νικηθεί η αστική τάξη και να μετασχηματιστεί η καπιταλιστική κοινωνία σε σοσιαλιστική, να καταργηθούν οι τάξεις και μαζί οι κοινωνικές αντιθέσεις. Τότε θα οργανωθεί η ζωή στη βάση των ελεύθερων συνεταιρισμένων παραγωγών.

Με αυτές τις τοποθετήσεις ο Bukchin ουσιαστικά προσπαθεί να γυρίσει τον τροχό της ιστορίας στο παρελθόν, οι άνθρωποι δημιουργούν την ίδια τους την ιστορία, τη δημιουργούν, όμως, όχι όπως τους αρέσει, όχι μέσα σε συνθήκες που οι ίδιοι διαλέγουν, μα σε συνθήκες που υπάρχουν άμεσα που είναι δοσμένες και που κληροδοτήθηκαν από το παρελθόν. Η παράδοση όλων των νεκρών γενεών βαρύνει σα βραχνάς στο μυαλό των ζωντανών.[25]

Και κάτι πολύ σημαντικό. Όταν ο συγγραφέας αναφέρεται στο πρόγραμμα των κομμουναλιστών το εννοεί ως διαδικασία, ως διαδικασία μετάβασης χωρίς τελικό σκοπό, στο οποίο κάθε διεκδίκηση θα είναι εφαλτήριο για νέα αιτήματα που οδηγούν σε όλο και πιο ριζοσπαστικές διεκδικήσεις και εν τέλει σε ριζοσπαστικά αιτήματα[26]. Αναφέρεται μάλιστα σε συγκεκριμένα παραδείγματα, όπως η θέση της Β’ Διεθνούς για την αντικατάσταση του επαγγελματικού στρατού από λαϊκή πολιτοφυλακή ή το αίτημα να περάσουν οι σιδηρόδρομοι στο δημόσιο,[27] αναγνωρίζει μάλιστα ότι τα αιτήματα αυτά δεν είναι επαναστατικά, αλλά θεωρεί ότι μέσω αυτών θα κλιμακωθεί η δράση ως την επίτευξη του κομμουναλισμού. Μπορεί, γράφει, να βρεθούν κάποιοι να κατηγορήσουν αυτή την κλιμακούμενη προσπάθεια ως «ρεφορμιστική», αλλά οι κομμουναλιστές δεν ισχυρίζονται ότι μια κομμουναλιστική κοινωνία θα υλοποιηθεί μέσα από μια σειρά νομοθετημάτων. Αυτό που προσπαθούν βραχυπρόθεσμα να πετύχουν αυτές οι διεκδικήσεις είναι η εισαγωγή νέων κανόνων για τη σχέση μεταξύ των ανθρώπων και του κεφαλαίου.[28]

Σε αυτά περιορίζεται η συνολική διαδικασία διαμόρφωσης του κομμουναλισμού. Αιτήματα, αγώνες για την επιβολή τους, μια αέναη διαδικασία που ειρηνικά μέσω της πειθούς θα εξοβελίσει τις αστικές σχέσεις παραγωγής και την καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας και θα κυριαρχήσουν οι αυτόνομες κοινότητες και δήμοι. Πουθενά δεν υπάρχει η λέξη επανάσταση, πουθενά η έννοια της σύγκρουσης για την ανατροπή της αστικής εξουσίας. Η ρήση του Μπέρνσταϊν, το κίνημα είναι το παν ο τελικός σκοπός δεν είναι τίποτε εμφανίζεται σε όλο της το μεγαλείο. Ο καπιταλισμός, κατά την αντίληψη αυτή, θα πέσει ως ώριμο φρούτο ανοίγοντας το δρόμο για την ελευθεριακή κοινότητα και την κοινωνική οργάνωση σε αυτή τη βάση.

Αντίστοιχες απόψεις συναντάμε και σε πολλούς άλλους ελευθεριακούς συγγραφείς. Οι αντιλήψεις αυτή είναι χαρακτηριστικές για αυτόν το χώρο. Αντίθετα με τους επαναστατικούς αγώνες, γράφει ο Richard Day, οι οποίοι προσπαθούν να συνολικοποιήσουν τις επιδράσεις σε όλες τις όψεις της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης, κατακτώντας την κρατική εξουσία και αντίθετα με την πολιτική των μεταρρυθμίσεων, η οποία επιδιώκει μια παγκόσμια αλλαγή σε επιλεγμένους άξονες μεταρρυθμίζοντας την κρατική εξουσία, αυτά τα κινήματα/ δίκτυα/ τακτικές δεν επιδιώκουν καμία συνολική επίδραση σε κανέναν άξονα[29]. Αυτό αποτελεί μια ανοιχτή ομολογία που δίνει ολοκληρωμένη εξήγηση των δυνατοτήτων, της προοπτικής και των επιδιώξεων των αναρχικών παλαιότερα και σήμερα.

Με δύο λόγια τις αναρχικές και ελευθεριακές απόψεις, παλιές και νεότερες τις χαρακτηρίζουν πέρα από δευτερεύουσες, κατάβαση, διαφορές ορισμένα βασικά στοιχεία:

Η ολοκληρωτική άρνηση του κράτους και της εξουσίας, η κοινότητα εντελώς αυτόνομα και ανεξάρτητα και στην καλύτερη περίπτωση να φθάσει ως και τη διαμόρφωση μιας χαλαρής συνομοσπονδίας θα αντιμετωπίσει το σύνολο των προβλημάτων και θα αλλάξει την κοινωνία. Η κοινότητα, η λαϊκή βάση αποφασίζει για τα πάντα.

Η άρνηση της επανάστασης για την ανατροπή της αστικής εξουσίας. Μόνο δράση στη βάση ρεφορμιστικών αιτημάτων, θεωρώντας ότι είναι δυνατόν με αυτό τον τρόπο να αλλάξουν την κοινωνία. Άρνηση της επανάστασης και επιδίωξη αλλαγών όχι στη βάση των τάξεων, των ταξικών συμφερόντων και της ταξικής πάλης σημαίνει άρνηση η εργατική τάξη και ο κόσμος της εργασίας να αποτελέσουν το επαναστατικό υποκείμενο αυτής της διαδικασίας. Κοινή στους αναρχικούς είναι η άποψη ότι αποτελεί λάθος του μαρξισμού ο ρόλος που δίνει στην εργατική τάξη, ως ιστορικού φορέα των νέων, των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής. Η εργατική τάξη δεν είχε ποτέ αυτά τα χαρακτηριστικά και πολύ περισσότερο δεν τα έχει σήμερα. Ιστορικό υποκείμενο πρέπει να θεωρείται ο λαός κατά τoν Bukchin, το πλήθος κατά τoν Νέγκρι, όσοι βρίσκονται στο περιθώριο κατά τoν Day κ.λπ.

Σε τελική ανάλυση, παρά τις αγαθές, ενδεχομένως, προθέσεις για κοινωνική αλλαγή οι απόψεις αυτές και η αντίστοιχη δράση των αναρχικών οδηγούν στο συμβιβασμό με την αστική τάξη και την ενσωμάτωση στα σχέδια της. Δεν υπάρχει διέξοδος προς τη σοσιαλιστική κοινωνία στη βάση των αναρχικών και ελευθεριακών θεωριών.

 


[1] John Holloway Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία , σ. 17

[2]John Holloway Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία , σ. 20

[3] John Holloway Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία , σ. 38

[4] Στο ίδιο, σ. 42

[5] Κ Μαρξ Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη σ. 17 Σύγχρονη Εποχή έκδοση του 1987

[6] Στο ίδιο, σ.88

[7] Κράτος και επανάσταση, Λένιν Άπαντα τόμος 33, σ. 60

[8] Κράτος και επανάσταση, Λένιν Άπαντα τόμος 33, σ. 62

[9] Murray Bookchin Η επόμενη επανάσταση, εκδόσεις Ευτοπία σ. 49

[10] στο ίδιο σ. 33

[11] Στο ίδιο σ. 192

[12] στο ίδιο σ. 33

[13] Στο Ίδιο σ. 193

[14]στο ίδιο σ. 207

[15]Murray Bookchin Η επόμενη επανάσταση, εκδόσεις Ευτοπία σ. 38-39

[16] Στο ίδιο σ. 43.

[17] στο ίδιο σ. 44

[18] στο ίδιο

[19]   στο ίδιο σ. 49

[20] Στο ίδιο σ. 51

[21] Στο ίδιο σ. 42

[22] Στο ίδιο σ. 44

[23] Κ Μαρξ το Κεφάλαιο τόμος 2 σ. 1007

[24] Antony Black Η πολιτική σκέψη στην Ευρώπη του μεσαίωνα σ. 182

[25] Κ Μαρξ Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη σ.11

[26]Murray Bookchin Η επόμενη επανάσταση, εκδόσεις Ευτοπία σ. 53

23 Στο ίδιο σ. 53

 

[28] Στο ίδιο σ. 54

[29] Richard Day   Το τέλος της ηγεμονίας, αναρχικές τάσεις σε νεότατα κοινωνικά κινήματα, σ. 63

IMAGE Πόσο κοστίζει ένα χαμόγελο;
Πέμπτη, 07 Μαρτίου 2019
Γράφει ο Αμετανόητος. Αλήθεια, πόσο κοστίζει ένα χαμόγελο; Ποτέ ως τώρα δεν είχαμε μπει στον κόπο να αποτιμήσουμε μια μικρή -έστω και φευγαλέα- στιγμή χαράς. Να, όμως, που στον καπιταλισμό όλοι και όλα (πρέπει να) έχουν την τιμή τους. >>>>>>

Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη

Διαβάστε το on line πατώντας την εικόνα

Αποθηκεύστε το pdf πατώντας ΕΔΩ