Του Θανάση Σκαμνάκη.

Ο Ρόκε Ντάλτον ήταν απόγονος των ντεσπεράντος της άγριας Δύσης, που σε εμάς έγιναν γνωστοί ως καρικατούρα λόγω Λούκι Λουκ. Ο Ρόκε γεννήθηκε στην πρωτεύουσα Σαν  Σαλβαδόρ το 1935 και το 1957 έγινε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ήταν ποιητής και κομμουνιστής. Στο ποίημά του με τίτλο Πονοκέφαλος έγραφε: 

 

 

Είναι ωραία να είσαι κομμουνιστής,

αν και φέρνει πολλούς πονοκεφάλους.

 

Βλέπεις, ο πονοκέφαλος του Κομμουνισμού

έχει βάση ιστορική. Σαν να λέμε,

δεν περνάει με κανονικά παυσίπονα.

Χρειάζεται συστηματική θεραπεία

μέχρι την πραγματοποίηση του Επίγειου Παραδείσου.

Βόμβα είναι, κανονική!

 

Στον Καπιταλισμό,

όταν πονάει το κεφάλι,

το κόβουμε το κεφάλι.

Στην Επαναστατική Πάλη,

το κεφάλι είναι μια βραδυφλεγής βόμβα.

Όταν οικοδομούμε τον Σοσιαλισμό,

καταστρώνουμε αυστηρά πλάνα πονοκεφάλων,

γεγονός που δεν τους καθαγιάζει.

Μάλλον το αντίθετο.

 

Ο Κομμουνισμός

είναι, μεταξύ άλλων,

μια ασπιρίνη σε μέγεθος ήλιου.

(Μετ. Γιώργος Μπλάνας)

Ο Ντάλτον πήρε το 1956, το 1958 και το 1959 το Βραβείο Ποίησης της Κεντρικής Αμερικής, ενώ το 1969 το βραβείο ποίησης Κάσα δε λας Αμέρικας. Μεταφράσεις ποιημάτων του έχουν δημοσιευτεί στην Ελλάδα στο περιοδικό Σήματα Καπνού, το 2000, και στην εφημερίδα Εποχή, το 2007.

Ο Ρόκε Ντάλτον που «έκανε τις πέτρες να γελούν», σύμφωνα με τον Εδουάρδο Γκαλεάνο υπηρέτησε μια ποίηση βαθιά πολιτική, στρατευμένη, η οποία συγκρούστηκε με τη γραφειοκρατία:

«Οι γραφειοκράτες κολυμπάνε σε μια θάλασσα ταραγμένης βαρεμάρας.

 Με τη φρίκη των χασμουρητών τους είναι οι πρώτοι δολοφόνοι της τρυφερότητας.  Καταλήγουν να αρρωστήσουν απ' το συκώτι τους και πεθαίνουν κρεμασμένοι στα τηλέφωνα», έγραφε.

Αναφερόμενος στο βιβλίο του Ντάλτον Ένα κόκκινο βιβλίο για τον Λένιν, ο Αργεντίνος θεωρητικός Νέστορ Κοάν γράφει: «… το χιούμορ του Ρόκε μετατρέπεται σε εργαλείο αποϊεροποίησης… Ανάμεσα σε γέλια και ειρωνείες μάς καλεί να σκεφτούμε μεγαλόφωνα. Ο Ρόκε προκαλεί, ενοχλεί, ξεβολεύει. Γελάει και κοροϊδεύει τους βολεμένους. Χλευάζει τις κομματικές γραφειοκρατίες… Το βιβλίο του μάς βοηθά να συλλογιστούμε τις ήττες των λατινοαμερικάνικων επαναστάσεων από τη σκοπιά της Αριστεράς». 

Ο Χούλιο Κορτάσαρ έλεγε: «όταν διαβάσει κανείς το τελευταίο γράμμα που μου έστειλε ο Ρόκε Ντάλτον, θα καταλάβει πως ο δρόμος ενός αληθινού επαναστάτη δεν περνάει από την ασφάλεια, από τη βεβαιότητα, από κάποιο απλουστευτικό και μανιχαϊστικό σχήμα».

Ο ίδιος ο Ντάλτον, άλλωστε, έλεγε ότι «εγώ έφτασα στην επανάσταση μέσω της ποίησης».

Γράφει σε ένα ποίημά του:

 

Στο λαρύγγι ενός μπεκρή πεθαμένου

μένουν κολλημένες οι λέξεις που περιφρόνησε η ποίηση.

Εγώ τις σώζω με τα χέρια ενός φαντάσματος

με χέρια ευλαβικά, πάει να πει.

Και να τις αγαπάτε σας λέω.

 

Ίσως να μη χωρέσανε στα σχήματα η τρυφερότητα και η θλίψη του:

 

Τα δάκρυα μου, ακόμα και τα δάκρυα μου

 έγιναν πέτρα.

 Εγώ που πίστευα στα πάντα.

 Στους πάντες.

 Εγώ, που το μόνο που ζητούσα ήταν μια στάλα τρυφερότητα,

 που δεν κοστίζει τίποτα

 εκτός απ' το να 'χεις καρδιά.

 Τώρα πια είναι αργά.

 Τώρα η τρυφερότητα δε φτάνει.

 Έχω δοκιμάσει τη γεύση της μπαρούτης.

 

Το 1960 συνελήφθη και καταδικάστηκε σε θάνατο. Τέσσερεις ημέρες πριν εκτελεστεί κατέρρευσε η δικτατορία και απελευθερώθηκε. Κατέφυγε αρχικά στο Μεξικό και εν συνεχεία στην Κούβα, όπου και εκπαιδεύτηκε στρατιωτικά.

Το 1965 επέστρεψε στο Ελ Σαλβαδόρ για να ενισχύσει τον επαναστατικό αγώνα αλλά σύντομα συνελήφθη και ξανακαταδικάστηκε σε θάνατο. Λίγο πριν την εκτέλεσή του ένας σεισμός γκρέμισε τον τοίχο της φυλακής. Κατάφερε να δραπετεύσει και πάλι. Επέστρεψε στην Κούβα και, λίγο αργότερα, το κόμμα τον έστειλε στην Πράγα ως ανταποκριτή.

 Το 1974 ξαναγύρισε μυστικά στο Ελ Σαλβαδόρ και εντάχτηκε στο παράνομο αντάρτικο κίνημα της χώρας, το οποίο εκείνη την εποχή ταλανιζόταν από σοβαρές εσωτερικές διαμάχες.

 Ο Ντάλτον πίστευε πως ο ένοπλος αγώνας δεν μπορεί να φέρει αποτέλεσμα αν δεν προηγηθεί η διάδοση του επαναστατικού οράματος στις λαϊκές μάζες. Εξ αιτίας αυτής της άποψής του, κατηγορήθηκε από μέλη της οργάνωσης ως πράκτορας των ΗΠΑ, δικάστηκε από επαναστατικό δικαστήριο και καταδικάστηκε σε θάνατο. Αργότερα η  κατηγορία αποδείχτηκε ανυπόστατη.

Ήταν η τρίτη και τελευταία θανατική καταδίκη του.

Αυτή τη φορά η τύχη δεν ήταν μαζί του.

Η καταδίκη ήταν οριστική!

Ο "γελαστός επαναστάτης" εκτελέστηκε από τους συντρόφους του στις 10 Μαΐου 1975, πέντε μέρες πριν κλείσει τα 40 του χρόνια

Εμένα, τώρα, συγχωρείστε με αν μιλάω για πράγματα τόσο παλιά. Που ενδεχομένως δεν αφορούν το παρόν μας. Ή μήπως όχι;

Ώρα της Στάχτης

Τελειώνει ο Σεπτέμβρης. Είναι ώρα να σου πω

πόσο δύσκολο ήταν να μην πεθάνω.

Για παράδειγμα, απόψε,

έχω στα χέρια γκρίζα

βιβλία όμορφα που δεν καταλαβαίνω,

δεν θα μπορούσα να τραγουδήσω

αν και έχει σταματήσει πια η βροχή

και μου έρχεται χωρίς λόγο η θύμηση

του πρώτου σκύλου που αγάπησα παιδί.

Από χτες που έφυγες

υπάρχει υγρασία και κρύο μέχρι και στη μουσική.

Όταν θα πεθάνω,

μονάχα θα θυμούνται την πρωινή και φανερή μου αγαλλίαση,

τη σημαία μου χωρίς δικαίωμα να κουραστεί,

τη συγκεκριμένη αλήθεια που μοίρασα από τη φωτιά,

τη γροθιά που έκανα ομόφωνη

με την κραυγή από πέτρα που απαίτησε η ελπίδα.

Κάνει κρύο χωρίς εσένα. Όταν θα πεθάνω,

όταν θα πεθάνω

θα πουν με καλή πρόθεση

πως δεν ήξερα να κλαίω.

Τώρα βρέχει πάλι.

Ποτέ δεν ήταν τόσο βράδυ στις εφτά παρά τέταρτο

όπως σήμερα.

Έχω επιθυμία να γελάσω

ή να σκοτωθώ.

(Μετ. Γιώργος Μίχος)

 

Αρχική δημοσίευση: kommon.gr