Η κατανομή του κοινωνικού πλούτου δεν προκύπτει από ουδέτερες τεχνικές αποφάσεις. Διαμορφώνεται μέσα από κρατικούς μηχανισμούς που ιεραρχούν ανάγκες και συμφέροντα. Οι δημόσιοι πόροι κατευθύνονται με τρόπο που σταθεροποιεί τις υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις.
Στο πρόσφατο νομοθετικό πλαίσιο προβλέπεται σημαντική αύξηση στις αποδοχές ανώτερων εκκλησιαστικών στελεχών. Αρχιεπίσκοποι και μητροπολίτες φτάνουν περίπου τα 4.671 ευρώ μικτά τον μήνα. Οι αυξήσεις αγγίζουν έως και 95 τοις εκατό. Οι βοηθοί επίσκοποι και οι τιτουλάριοι κινούνται γύρω στα 3.633 ευρώ μηνιαίως. Η μισθοδοσία τους εξακολουθεί να συνδέεται με τον κρατικό προϋπολογισμό.
Η εκκλησιαστική ιεραρχία λειτουργεί ως θεσμικός παράγοντας ιδεολογικής συνοχής. Παράγει κοινωνική συναίνεση γύρω από την υπάρχουσα οργάνωση της οικονομίας και της εξουσίας. Η ενίσχυση της υλικής της θέσης εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο λειτουργίας. Την ίδια στιγμή οι μισθοί της εργατικής πλειοψηφίας συμπιέζονται από την ακρίβεια και την εντατικοποίηση της εργασίας.
Η μισθωτή εργασία αποτελεί τη βασική πηγή του κοινωνικού πλούτου. Η αξία που παράγεται στην παραγωγική διαδικασία κατανέμεται άνισα. Ένα μεγάλο μέρος της επιστρέφει με τη μορφή κέρδους και θεσμικών ενισχύσεων σε ανώτερα κοινωνικά στρώματα.
Απαιτείται καθαρός διαχωρισμός κράτους και εκκλησίας. Η μισθοδοσία των κληρικών να μην επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό. Να καλύπτεται αποκλειστικά από τα έσοδα και την περιουσία της εκκλησιαστικής οργάνωσης. Οι δημόσιοι πόροι να κατευθύνονται στις ανάγκες των εργαζομένων. Στους μισθούς. Στην υγεία. Στην παιδεία. Στις κοινωνικές υποδομές.







