Εργατικός Αγώνας

Η λανθασμένη διάγνωση των αμερικανικών αδυναμιών σπρώχνει τον Τραμπ σε αδιέξοδο στο Ιράν

Οι εντεινόμενοι ανταγωνισμοί ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα του σύγχρονου καπιταλισμού φέρνουν στο προσκήνιο τις αντιθέσεις και τα αδιέξοδα της αμερικανικής στρατηγικής στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Η αντιπαράθεση γύρω από το Ιράν αποτελεί ένα κρίσιμο πεδίο αυτών των ανταγωνισμών, καθώς συνδέεται με ευρύτερα οικονομικά, ενεργειακά και γεωπολιτικά συμφέροντα που διαμορφώνουν τις διεθνείς εξελίξεις. Το άρθρο που ακολουθεί εξετάζει τις επιλογές της αμερικανικής ηγεσίας και τις συνέπειες που αυτές έχουν για τη διαμόρφωση των νέων ισορροπιών στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Του Marc Champion

απο capital.gr

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται σε αδιέξοδο, από τότε που ξεκίνησε έναν πόλεμο έξι εβδομάδων με το Ιράν πριν από πέντε μήνες. Την περασμένη εβδομάδα δήλωσε στον κόσμο ότι θα εξαπολύσει μια άνευ προηγουμένου “κόλαση” εναντίον της Τεχεράνης, επειδή οι ηγέτες του Ιράν προφανώς δεν είχαν πληγεί αρκετά σκληρά ώστε να καταλάβουν τη ματαιότητα της αντίστασης. Τώρα, έκανε πίσω, προφανώς αφού του επισημάνθηκε ότι δεν διαθέτει καλές στρατιωτικές επιλογές.

Δύο ερωτήματα προκύπτουν. Πρώτον, γιατί δεν μπορούν οι ΗΠΑ να επιβάλουν τη θέλησή τους στο Ιράν, μια στρατιωτική δύναμη κατά πολύ ασθενέστερη, ακόμη και αφού κατέστρεψαν τις συμβατικές ναυτικές και αεροπορικές άμυνές του; Και δεύτερον, πώς είναι δυνατόν ο Τραμπ να μην κατανοεί αυτή την αδυναμία, σε βαθμό που πρέπει να τον συγκρατούν για να μην προβεί σε έναν από τους πιο γνωστούς ορισμούς της παραφροσύνης – να κάνει το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά, προσδοκώντας ένα διαφορετικό αποτέλεσμα;

Η απάντηση και στα δύο αυτά ερωτήματα είναι ότι ο Τραμπ και αρκετές προσωπικότητες του περιβάλλοντός του ανέλαβαν τα καθήκοντά τους έχοντας βγάλει λάθος συμπέρασμα από την αυξανόμενη αδυναμία των ΗΠΑ να επιβάλλουν τα γεωπολιτικά αποτελέσματα που επιθυμούν μέσω της απειλής ή της χρήσης βίας. Απέδωσαν την ευθύνη σε αδύναμες προηγούμενες κυβερνήσεις, στην λανθασμένη προσκόλληση σε μια “τάξη βασισμένη σε κανόνες” που δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των ΗΠΑ, σε μια “woke” προσέγγιση των ενόπλων δυνάμεων, στην κακή κατανομή πόρων προς την Ευρώπη και στην έμφαση σε “φιλανθρωπικές” δράσεις, όπως η παροχή βοήθειας και η οικοδόμηση κρατών, αντί για την διεξαγωγή πολέμων.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια αναποφάσιστη ηγεσία έχει διαδραματίσει κάποιο ρόλο στις προηγούμενες αποτυχίες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά η “διάγνωση” από αυτή την κυβέρνηση είναι κατά τα άλλα θεμελιωδώς λανθασμένη. Οι ΗΠΑ αποτυγχάνουν και είναι πιθανό να συνεχίσουν να αποτυγχάνουν στο Ιράν, επειδή η τεχνολογία έχει αλλάξει τη φύση του πολέμου και, μαζί με αυτήν, την ισορροπία μεταξύ μεγάλων και μικρότερων δυνάμεων. Η πίστη του Τραμπ στην παντοδυναμία του αμερικανικού στρατού είναι απλώς ξεπερασμένη.

Όπως υποστηρίζει ο Ρόμπερτ Α. Πέιπ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο και συγγραφέας του βιβλίου “Bombing to Win: Air Power and Coercion in War”, σε άρθρο του περιοδικού “Foreign Affairs” που δημοσιεύθηκε την περασμένη εβδομάδα, η ίδια παγκοσμιοποιημένη οικονομία που κατέστη δυνατή χάρη στην αμερικανική κυριαρχία μετά τον Ψυχρό Πόλεμο από το 1991 έχει επίσης εκδημοκρατίσει τη διάδοση των νέων τεχνολογιών του πολέμου – από τις δορυφορικές εικόνες έως τα τσιπ και τα drones.

Έτσι, σε αντίθεση με το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Κόλπου του 1991 ή τη Σερβία, όταν προσπάθησε να αντέξει τις αεροπορικές επιδρομές του ΝΑΤΟ το 1999, τα λεγόμενα “κράτη-παρίες” που τολμούν να αψηφήσουν τη δύναμη των ΗΠΑ διαθέτουν πλέον τόσο τα μέσα για να αντισταθούν, αν και ασύμμετρα, όσο και εταίρους σχεδόν ισότιμους με τις ΗΠΑ για να τους βοηθήσουν να το πράξουν. Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ουάσιγκτον δεν μπορεί πλέον να βασίζεται στο ότι θα κερδίζει πάντα ή με χαμηλό κόστος, καθώς προσπαθεί να επιβάλει τα συμφέροντά της.

Το Ιράν έχει ήδη αποδείξει ότι, σε περίπτωση που ο Τραμπ υλοποιήσει τις απειλές του να καταστρέψει τις ενεργειακές υποδομές της χώρας, έχει την ικανότητα να πράξει το ίδιο στους συμμάχους των ΗΠΑ στον Κόλπο και είναι εξαιρετικά απίθανο να παραδοθεί, ανεξάρτητα από το μέγεθος της ζημιάς που θα υποστεί. Έτσι, οι ΗΠΑ θα εξαντλούσαν τα αποθέματα ζωτικών και δυσεύρετων όπλων στην προσπάθειά τους αυτή – τελικά χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Η Τεχεράνη έχει δείξει, επίσης, ότι μπορεί να βασιστεί σε ξένους εταίρους, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας για οικονομική υποστήριξη και της Ρωσίας για δεδομένα στόχευσης. Η τοποθεσία της κοντά σε ένα σημαντικό στρατηγικό σημείο για την παγκόσμια πετρελαϊκή βιομηχανία, το Στενό του Ορμούζ, της έχει επιτρέψει να μεγιστοποιήσει τον αντίκτυπο του οπλοστασίου της, που περιλαμβάνει πυραύλους, φθηνά μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ταχύπλοα σκάφη.

Ο Τραμπ έχει δίκιο όσον αφορά στην πεποίθησή του ότι η διπλωματική οδός που είχε ακολουθήσει με το Ιράν έχει φτάσει σε αδιέξοδο. Αυτό συνέβη πριν από κάποιο καιρό και αντανακλάται στην εξαιρετικά ασαφή συμφωνία κατάπαυσης του πυρός που τώρα καταρρέει. Η διατύπωσή της ενσωμάτωνε ασυμβίβαστες αντιλήψεις των ΗΠΑ και του Ιράν σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να τελειώσει ο πόλεμος, μια σύγκρουση εξαρχής μη βιώσιμη. Κάτι πρέπει να αλλάξει.

Ένα πρόσφατο άρθρο του Μοχάμαντ Τζαβάντ Ζαρίφ, πρώην αντιπροέδρου και υπουργού Εξωτερικών του Ιράν, είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο η ιρανική πλευρά βλέπει αυτή την αντιπαράθεση. Οι δύο χώρες δεν μπορούν πλέον να γίνουν φίλες, αλλά μπορούν να διαχειριστούν τις διαφορές τους μέσω ενός τρόπου να χαλαρώσουν οι εντάσεις, όπως κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, λέει ο Ζαρίφ, ένας σχετικά μετριοπαθής πολιτικός εντός του ιρανικού καθεστώτος, ο οποίος διαπραγματεύτηκε τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του 2015, την οποία περιφρονούν τόσο οι σκληροπυρηνικοί στη χώρα του, όσο και ο Τραμπ και ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Τα υπόλοιπα που γράφει ο Ζαρίφ καθιστούν σαφές το πόσο δύσκολο θα ήταν να επιτευχθεί αυτή η χαλάρωση. Για παράδειγμα, εξηγεί ότι η ανάγκη της Τεχεράνης να ελέγχει το Ορμούζ είναι υπαρξιακή, επειδή οι ΗΠΑ το εργαλειοποίησαν επί δεκαετίες για να τροφοδοτούν στρατιωτικές βάσεις στον Κόλπο που τελικά χρησιμοποιήθηκαν για να επιτεθούν στο Ιράν. Σύμφωνα με τον ίδιο, η έλλειψη ενός ιρανικού ελέγχου επί της θαλάσσιας οδού επέτρεψε επίσης στους συμμάχους των ΗΠΑ να συνεχίσουν να εξάγουν το πετρέλαιό τους, ακόμη και όταν οι ΗΠΑ εμπόδιζαν τις ιρανικές πωλήσεις στο πλαίσιο των κυρώσεων “μέγιστης πίεσης” της πρώτης θητείας του Τραμπ. Η ελεύθερη διέλευση, λέει ο πρώην διπλωμάτης, αποδείχθηκε μια πολυτέλεια της εποχής της ειρήνης που η Ισλαμική Δημοκρατία δεν μπορεί πλέον να επιτρέψει.

Η λύση που προτείνει ο Ζαρίφ είναι μια νέα συμφωνία ασφάλειας μεταξύ των περιφερειακών δυνάμεων, χωρίς τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Προτείνει μια ξεχωριστή εκεχειρία με την Ουάσινγκτον, η οποία θα απαιτεί την άρση των κυρώσεων και την καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων από την πλευρά των ΗΠΑ, με μόνη προϋπόθεση τη ρητή δέσμευση της Τεχεράνης να μην κατασκευάσει πυρηνικά όπλα. Κανένας πρόεδρος των ΗΠΑ δεν θα μπορούσε να αποδεχτεί ένα τέτοιο αποτέλεσμα, το οποίο αγνοεί εντελώς τον αποσταθεροποιητικό ρόλο που έχει διαδραματίσει το Ιράν στην περιοχή, διατηρώντας πολιτοφυλακές σε χώρες όπως το Ιράκ, ο Λίβανος και η Υεμένη, και υποστηρίζοντας την τρομοκρατική επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023 εναντίον του Ισραήλ με τρόπους που συνέβαλαν στην απόφαση των ΗΠΑ και του Ισραήλ να επιτεθούν.

Ο Τραμπ δεν έχει πλέον άλλη επιλογή από το να βρει έναν τρόπο να τερματίσει τον πόλεμο, ο οποίος θα αναγνωρίζει τα όρια της αμερικανικής ισχύος και θα είναι πολύ πιο δημιουργικός όσον αφορά στα “μαστίγια και τα καρότα” που θα προσφερθούν για να πείσει το Ιράν να συνάψει μια αποδεκτή συμφωνία. Αυτό θα απαιτήσει μια προσέγγιση η οποία θα χρειαστεί πολύ περισσότερο χρόνο για να επιτύχει τον στόχο της από ό,τι θα προτιμούσε ο Τραμπ. Για μια τέτοια μακροχρόνια πίεση θα πρέπει να εξασφαλίσει τη συμμετοχή των συμμάχων των ΗΠΑ στον Κόλπο και στην Ευρώπη, οι οποίοι έχουν περισσότερα να χάσουν από τις ΗΠΑ, ενώ παράλληλα θα πρέπει να εμπλέξει και την Κίνα και ένα Ισραήλ μετά τον Νετανιάχου.

Μπορεί να ξεκινήσει αυτή την προσπάθεια τώρα, ή μπορεί να την ξεκινήσει αφού αποτύχει ένας ακόμη γύρος στρατιωτικής κλιμάκωσης – εξαντλώντας περαιτέρω τα οπλοστάσια των ΗΠΑ και δημιουργώντας νέα προβλήματα που θα πρέπει να επιλυθούν στην πορεία.

 

 

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email
Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη
Εργατικός Αγώνας