Με τη βινιέτα «Πλευρές της σύγχρονης στρατηγικής και τακτικής των κομμουνιστών» ο Εργατικός Αγώνας θα δημοσιεύσει ορισμένα άρθρα που αφορούν σε πλευρές της κομμουνιστικής στρατηγικής. Τα άρθρα αυτά αποτελούν παρέμβαση στη συζήτηση που αναπτύσσεται κυρίως στο χώρο της κομμουνιστικής Αριστεράς αλλά και γενικότερα, καθώς ορισμένες πλευρές αυτής της συζήτησης διαστρεβλώνουν καταφανώς το μαρξισμό λενινισμό.

Τα άρθρα αυτά έχουν ένα αυτοτελή χαρακτήρα, ώστε να είναι περισσότερο εύχρηστα στον ανάγνωση του Εργατικού Αγώνα. Αρχίζουμε με το πρώτο άρθρο «Η κρίση και το εργατικό κίνημα», το οποίο αποτελεί ένα είδος εισαγωγής στα κείμενα που θα ακολουθήσουν.

 

Η κρίση και το εργατικό κίνημα

Η μεγάλη οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2007 στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και επεκτάθηκε με διαφορετική ένταση σε όλο τον κόσμο, με τη μια ή την άλλη μορφή, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, είναι παρούσα. Ιδιαίτερα στην Ευρώπη και κυρίως στην ΕΕ η κρίση πήρε μεγάλες διαστάσεις. Οι χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας και κυρίως η Ελλάδα ήρθαν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας ή ουσιαστικά χρεοκόπησαν. Πέντε χρόνια μετά την επιβολή του μνημονίου, της τρόικας και της επιτήρησης ο ελληνικός λαός ζει έναν ατέλειωτο εφιάλτη. Ένας στους τρεις εργαζόμενους έμεινε χωρίς δουλειά, η πλειοψηφία τους είναι μακροχρόνια άνεργοι. Η ανεργία των νέων ξεπέρασε το 60%. Το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν μειώθηκε κατά 25%. Τα πραγματικά εργατικά εισοδήματα μειώθηκαν κατά 40% και για πολλούς εργαζόμενους ακόμη περισσότερο. Συνολικά τα εισοδήματα μεγάλου μέρους των εργατικών και λαϊκών οικογενειών κατάρρευσαν, Η γενιά των 700 € έγινε πλέον γενιά των 300 ή των 400 ευρώ και των ανέργων.

Δεν έχουν πληγεί μόνο οι εργάτες και γενικότερα οι μισθωτοί. Μεγάλα πλήγματα δέχτηκαν τα ενδιάμεσα μικροαστικά στρώματα. Εκατοντάδες χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις έβαλαν λουκέτο ως συνέπεια της μεγάλης μείωσης της κατανάλωσης και της υπερφορολόγησης στους. Εκατομμύρια άνθρωποι περνούν πολύ δύσκολα. Η Παιδεία συρρικνώνεται επικίνδυνα, ενώ ο δημόσιος τομέας της Υγείας είναι σε κατάρρευσή. Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού εξωθείται στην απόλυτη φτώχεια και την εξαθλίωση, αδυνατώντας ακόμη και να τραφούν στοιχειωδώς, να έχουν θέρμανση ή να πληρώνουν το ηλεκτρικό ρεύμα. 200.000 νέοι κατά κύριο λόγο μορφωμένοι και με υψηλή ειδίκευση αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν.

Η εξαρτημένη Ελλάδα έφτασε πλέον στα όρια άθλιου προτεκτοράτου. Μνημόνια, τρόικα, νέα δανεικά για να αποπληρωθούν τα δάνεια, εκποίηση του δημόσιου πλούτου για ένα κομμάτι ψωμί, εγκατάσταση εκατοντάδων τροϊκανών στα υπουργεία και τους οργανισμούς για να συλλέγουν στοιχεία και να επιβάλουν πολιτική και αποφάσεις. Εκμηδενίστηκε η λαϊκή κυριαρχία και η εθνική αξιοπρέπεια. Η περιορισμένη αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία δέχθηκε μεγάλα πλήγματα. Οι δημοκρατικές ελευθερίες ακρωτηριάστηκαν, η βουλή νομοθετεί με διατάγματα και πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, χωρίς καλά-καλά να γίνει συζήτηση τους, οι απεργίες όλες κηρύσσονται παράνομες και καταχρηστικές και ολόκληροι κλάδοι επιστρατεύονται. Η καταστολή ειρηνικών κινητοποιήσεων έγινε κανόνας. Ζούμε σε συνθήκες χούντας με κοινοβουλευτικό μανδύα.

Ο μύθος της «ισχυρής Ελλάδας», που μπήκε πλέον στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης, η ιμπεριαλιστική Ελλάδα κατ’ άλλους που διοργάνωσε τους πιο πετυχημένους ολυμπιακούς αγώνες, η Ελλάδα των μεγαλύτερων ρυθμών ανάπτυξης σε ολόκληρη την Ευρώπη, κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος. Ένα σωρό αποκαΐδια.

Η λαϊκή αντίδραση τα δύο - τρία πρώτα χρόνια ήταν συγκλονιστική. Δεκάδες πανελλαδικές πανεργατικές απεργίες με πολύ μεγάλη συμμετοχή, άλλες μικρότερου μεγέθους κινητοποιήσεις, εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές στους δρόμους κατά κύματα, η λαϊκή πρωτοβουλία και εφευρετικότητα στα ύψη. Κυβερνήσεις κατέρρευσαν και πέντε πρωθυπουργοί άλλαξαν τα χρόνια αυτά, όσοι και τα προηγούμενα 35 χρόνια. Τα δύο κόμματα ΠΑΣΟΚ και ΝΔ που αποτέλεσαν το δικομματισμό μετά τη μεταπολίτευση και κατέγραφαν σχεδόν τρεις δεκαετίες ποσοστά μεγαλύτερα του 80% δέχθηκαν απανωτά πλήγματα, λόγω των τεράστιων ευθυνών τους με κορυφαία την επιβολή του μνημονίου και της τρόικας. Το ΠΑΣΟΚ κατέρρευσε και σήμερα δεν παίζει πλέον κανένα ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας. Η ΝΔ, αφού στις τελευταίες εκλογές συρρίκνωσε όλα τα όμορα αστικά πολιτικά κόμματα διατήρησε ένα ποσοστό 27% το χαμηλότερο σε όλη την ιστορία της. Η κρίσιμη νίκη που πέτυχαν τα δύο κόμματα στις εκλογές του Ιουνίου του 2012 ήταν αναιμική με αποτέλεσμα τα νέα μέτρα λιτότητας που πήραν, τα πλήγματα στις δημοκρατικές ελευθερίες, η καταστολή και το βάθεμα της εξάρτησης της χώρας και η καταρράκωση της αξιοπρέπειας του λαού που ακολούθησαν, οδήγησαν στη μεγάλη ήττα τους στις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015.

Η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις τελευταίες εκλογές έδωσε ορισμένες ελπίδες σε ευρύ τμήμα εργαζομένων. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ είχε δύο επιλογές μπροστά της. Είτε να ακολουθήσει το δρόμο του συμβιβασμού με το πολυεθνικό κεφάλαιο, τον ευρωενωσιακό ιμπεριαλισμό και τα ντόπια μεγάλα οικονομικά συμφέροντα ή να προχωρήσει σε ριζοσπαστικό μέτρα, τα οποία από τα πράγματα δεν μπορούσαν να έχουν μερικό, μεσοβέζικο χαρακτήρα, αλλά θα οδηγούσαν σε τροχιά σύγκρουσης με το κεφάλαιο, σε στάση πληρωμής του χρέους της χώρας και μονομερή διαγραφή του, σε σύγκρουση με την ευρωζώνη και την ΕΕ, σε άνοιγμα του δρόμου για βαθιές ανατροπές στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ακολουθεί το πρώτο δρόμο. Έγκαιρα μετά τις εκλογές του 2012 απαλλάχθηκε από τα ριζοσπαστικά στοιχεία στο πρόγραμμα και τη φυσιογνωμία του, οριοθέτησε το ίδιο το κόμμα απέναντι στο ριζοσπαστικό και ανατρεπτικό κίνημα, εγκλώβισε την Αριστερά στο εσωτερικό του, ώσπου έφτασε στο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, κατά βάση ένα σύνολο ανθρωπιστικών μέτρων. Σήμερα, μετά τις νέες υποχωρήσεις, και αυτό φαντάζει βαθιά ριζοσπαστικό, επαναστατικό.

Η κομμουνιστική Αριστερά δεν μπόρεσε σε καμία περίπτωση να αξιοποιήσει τις συνθήκες της κρίσης και της μεγάλης αστάθειας του καπιταλισμού. Δεν μπόρεσε να δει έγκαιρα το χαρακτήρα και το βάθος της κρίσης, το μέγεθος των κλονισμών που δημιούργησε στις καπιταλιστικές κοινωνίες, ιδιαίτερα για την Ελλάδα δεν εκτίμησε ολοκληρωμένα τη μεγάλη κοινωνική κρίση και την κρίση του πολιτικού συστήματος και των βασικών αστικών κομμάτων και εξ αντικειμένου τις δυνατότητες που δημιουργήθηκαν για βαθιές ανατροπές στο πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Για ένα μεγάλο διάστημα αμφισβητούσε την ύπαρξη πραγματικής κρίσης, θεωρώντας την εν πολλοίς ως πρόσχημα των καπιταλιστών για να επιβάλουν νέα μέτρα λιτότητας στους εργαζόμενους, να αφαιρέσουν κατακτήσεις και συνολικά να διαμορφώσουν σε άλλη βάση τους όρους αναπαραγωγής του κεφαλαίου και του συστήματος. Και στη συνέχεια όταν αντελήφθη την κρίση δεν είδε το μέγεθος της και τις προοπτικές που διαμορφώνονταν.

Δεν διέθετε τα θεωρητικά και στρατηγικά εφόδια, τις προγραμματικές επεξεργασίες, τη δυνατότητα με βάση την κατάσταση που διαμορφωνόταν να χαράξει την αναγκαία τακτική ώστε να δημιουργήσει ένα ισχυρό κίνημα αντίστασης και επιβίωσης του λαού με προοπτική την ανατροπή της μνημονιακής πολιτικής και αμφισβήτησης της αστικής κυριαρχίας.

Ιδιαίτερα το ΚΚΕ που είναι και η μεγαλύτερη και πιο έμπειρη δύναμη στο χώρο της κομμουνιστικής Αριστεράς κατάφερε την ώρα που δικαιώνονταν οι προβλέψεις του, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση τη θέση του για την ΕΕ, να ακυρώσει όλες τις δυνατότητες που είχε στο παρελθόν δημιουργήσει. Όταν δικαιώνονταν οι θέσεις του για την ΕΕ με δραματικό τρόπο άλλαξε θέση και βλέπει τον αγώνα για την αποδέσμευση μαζί με άλλα μεγάλα πολιτικά ζητήματα και ριζοσπαστικές αλλαγές μετά την επανάσταση και τη δικτατορία του προλεταριάτου. Όταν ήταν και είναι η ώρα των μεγάλων πρωτοβουλιών που θα ενώσουν την εργατική τάξη και το λαό σε έναν αγώνα επιβίωσης και ανατροπής ακολούθησε μοναχική πορεία με το κύριο μέτωπο του στραμμένο κυρίως στις άλλες αριστερές και ριζοσπαστικές δυνάμεις. Έτσι, η τεράστια θετική πείρα του ΕΑΜικού αγώνα αντί να είναι οδηγός στους αγώνες, σήμερα εξοβελίστηκε στο πυρ το εξώτερον.

Η μεγάλη οικονομική και κοινωνική κρίση, όσα και αν ισχυρίζεται η αστική τάξη της χώρας και οι πολιτικοί εκπρόσωποι της, δεν φαίνεται να οδηγείται γρήγορα προς το τέλος της και αυτό έχει γενικότερη ισχύ και όχι μόνο για την Ελλάδα. Πολλοί σημαντικοί οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η κρίση αυτή έχει ανάλογα χαρακτηριστικά με αυτά της περιόδου που ακολούθησε την έκρηξη της Οχτωβριανής επανάσταση και το τέλος του Α΄ παγκοσμίου πολέμου. Ο καπιταλιστικός κόσμος έφθασε στην κρίση του 1929 χωρίς να έχει ουσιαστικά ανακάμψει, να έχει γνωρίσει σταθεροποίηση και ανάπτυξη. Το ίδιο και η κρίση του 1929 τράβηξε πρακτικά όλη τη δεκαετία του ’30 και παρά το New Deal ξεπεράστηκε οριστικά μετά τον πόλεμο, μέσα από τις τεράστιες καταστροφές του Β΄ παγκοσμίου πολέμου και την ανοικοδόμηση που ακολούθησε.

Η κρίση, όμως, και η αστάθεια του καπιταλισμού, κρύβουν σημαντική επαναστατική δυναμική και σοβαρές δυνατότητες για το εργατικό κίνημα. Οι συνθήκες κρίσης και αστάθειας του συστήματος είναι οι συνθήκες των Επαναστατικών αλλαγών και όχι η περίοδος της σταθερότητας και των ‘‘ειρηνικών’’ εξελίξεων. Βέβαια οι συνθήκες αυτές δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα οδηγήσουν σε επαναστατική κατεύθυνση. Υπάρχει πιθανότητα αντιδραστικών εξελίξεων, πολύ χειρότερων από ότι μέχρι σήμερα είδαμε. Η μεγάλη κρίση αύξησε την ανισομετρία μεταξύ χωρών και μεταξύ ιμπεριαλιστικών κέντρων, οδήγησε σε μεγάλη ένταση τον ανταγωνισμό σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι χώρες που ανήκουν στο BRICSαμφισβητούν τον απόλυτο έλεγχο της οικονομικής κυριαρχίας των τριών ιμπεριαλιστικών κέντρων και αυτό οξύνει ακόμη περισσότερο τις αντιθέσεις και την αστάθεια. Τοπικοί πόλεμοι ξεσπούν προσώρας, οι περισσότεροι αιματηρότατοι.

Για το ζήτημα αυτό, των δυνατοτήτων που δίνει η κρίση του καπιταλισμού στο ριζοσπαστικό και επαναστατικό κίνημα, ο Έγκελς έγραφε: «Η συνάρτηση της εκάστοτε κατανομής με τους εκάστοτε υλικούς όρους ύπαρξης μιας κοινωνίας είναι πράγμα τόσο φυσικό που κατοπτρίζεται τακτικά στο λαϊκό ένστικτο. Όσο ένας τρόπος παραγωγής βρίσκεται σε ανοδική πορεία τόσο τον εξυμνούν ακόμα και εκείνοι οι οποίοι δεν ευνοούνται καθόλου από τον αντίστοιχο με αυτόν τρόπο κατανομής… Aκόμα, όταν αυτός ο τρόπος παραγωγής παραμένει ο κοινωνικά φυσιολογικός, επικρατεί γενικά ικανοποίηση με την κατανομή και, αν υπάρξει αντίρρηση, αυτό βγαίνει από τους κόλπους της ίδιας της κυρίαρχης τάξης και δεν βρίσκει καμία απήχηση στην εκμεταλλευόμενη μάζα. Μόνο εφόσον ο αμφισβητούμενος τρόπους παραγωγής έχει διανύσει μεγάλο μέρος της καθόδου του, εφόσον δηλαδή, έχει μισοξεπεράσει τον εαυτό του, εφόσον οι περισσότεροι όροι της ύπαρξης του έχουν εξαφανιστεί και ο διάδοχος του χτυπάει ήδη την πόρτα- μόνο τότε η όλο και πιο άνιση κατανομή φαίνεται άδικη. Μόνο τότε τα γεγονότα που έχουν ξεπεραστεί από τη ζωή επικαλούνται την αιώνια δικαιοσύνη[1]». Κατά παρόμοιο τρόπο τοποθετείται και ο Μαρξ το έργο του «Ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850»: «Μια νέα επανάσταση είναι δυνατή μόνο σαν επακόλουθο μιας νέας κρίσης. Είναι όμως τόσο βέβαιη όσο και αυτή η κρίση[2]».

Αυτές τις επαναστατικές δυνατότητες το εργατικό κίνημα και η κομμουνιστική Αριστερά με τα σημερινά δεδομένα δεν μπορεί να τις αξιοποιήσει. Η πορεία φαίνεται ότι θα είναι μια προσπάθεια οπισθοφυλακών και αμυντικής δράσης, περιχαράκωσης και προφύλαξης της επιρροής της. Δεν μπορεί να γίνει μια απόπειρα αξιοποίησης του επαναστατικού δυναμικού της εποχής, τουλάχιστον όπως εμφανίστηκαν τα πράγματα ως τώρα. Αν τα πράγματα εξελιχθούν κατ' αυτόν τον τρόπο θα βρεθούμε μπροστά όχι στην απώλεια μιας ευκαιρίας και μιας τακτικής ήττας, αλλά μιας ήττας στρατηγικής που μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στη συντριβή. Ο λόγος είναι ότι το φαινόμενο αυτό δεν το συναντούμε πρώτη φορά. Επαναλήφθηκε, όσον αφορά το ελληνικό εργατικό κίνημα, αρκετές φορές τον 20ο αιώνα και μάλιστα όχι πάντα λόγω των δυσμενών αντικειμενικών συνθηκών, αλλά ως συνέπεια των μεγάλων ανεπαρκειών και λαθών που το ίδιο διέπραξε. Επιπλέον διότι οι συνθήκες που θα διαμορφωθούν στους όρους λειτουργίας και ανάπτυξης του καπιταλισμού, ως αποτέλεσμα της πολιτικής των μνημονίων, οι συνθήκες ζωής και δράσης της εργατικής τάξης και ανάπτυξης της ταξικής πάλης θα είναι εξαιρετικά δυσμενείς. Οι βάσεις του εργατικού κινήματος - επαναστατικό κόμμα, συνδικάτα και σύλλογοι αμφισβητούνται. Η προσπάθεια που καταβλήθηκε ολόκληρο τον 20ο αιώνα φαίνεται να είναι στον αέρα. Η εργατική τάξη και το κίνημα της κινδυνεύει να γίνει μια άμορφη μάζα, όπου επικρατούν οι αντιθέσεις μεταξύ τους, το ένα τμήμα εναντίον του άλλου, ο ένας κλάδος εναντίον του άλλου, οι Έλληνες εναντίον των μεταναστών, οι νεότεροι εναντίον των μεγαλύτερων ηλικιακά.

Στις συνθήκες αυτές, όσον αφορά την κατεύθυνση των εξελίξεων, κρίσιμος είναι ο ρόλος της επαναστατικής Αριστεράς. Θα συνεχίσει στην ίδια πορεία, κάποιων αμυντικών, κατακερματισμένων αγώνων οπισθοφυλακής που δεν δίνουν προοπτική ούτε και κάποια άμεσα, έστω, αποτελέσματα με βάση τις δυνατότητες που διαμορφώνει η κρίση και η επίθεση του κεφαλαίου ή θα διαμορφώσει το δικό της σχέδιο εξόδου από την κρίση υπέρ του λαού ανοιχτό στην προοπτική του σοσιαλισμού; Δεν είναι λύση η παράκαμψη της σημερινής ζοφερή πραγματικότητας και η απόδραση στις συνθήκες του σοσιαλιστικού μέλλοντος. Η κυβέρνηση οδηγεί τις εξελίξεις σε συμβιβασμό με την κεφαλαιοκρατία και την ΕΕ και αυτό θα έχει πολύ αρνητικά αποτελέσματα για τους εργαζόμενους. Η κομμουνιστική Αριστερά τι πρέπει να κάνει στις σημερινές συνθήκες; Πώς θα διαχειριστεί την κατάσταση και θα δώσει ώθηση στις εξελίξεις στις σημερινές συνθήκες που φυσικά δεν συνιστούν επαναστατική κατάσταση; Με ποιο συγκεκριμένο σχέδιο, αιτήματα, τακτική, συμμαχίες και φάσεις του αγώνα;

Η κρίση έθεσε ανοιχτά το ζήτημα που βαδίζει ο καπιταλισμός, ποιες είναι οι προοπτικές του, ποια είναι η εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό; Πολλοί αστοί οικονομολόγοι, επιστήμονες και πολιτικοί αναγνωρίζουν σήμερα τον καπιταλισμό ως τον υπεύθυνο της κρίσης, το υπεύθυνο για τα θεμελιώδη προβλήματα των καπιταλιστικών κοινωνιών, κυβερνήσεις και υπεύθυνοι πολιτικοί παράγοντες αναγνωρίζουν και συζητούν το τεράστιο κοινωνικό ζήτημα. Φυσιολογικά τίθεται με απόλυτα πιεστικό τρόπο το ζήτημα του σύγχρονου επαναστατικού προγράμματος, τα ζητήματα της στρατηγικής, του χαρακτήρα της επανάστασης, του σοσιαλισμού στον οποίο προσβλέπουμε και από πολλές πλευρές διατυπώνονται απόψεις, γίνονται συζητήσεις, δίνονται στη δημοσιότητα επεξεργασίας. Ως προσπάθεια είναι απόλυτα θετική και ελπιδοφόρα. Δεν είναι όμως όλες οι επεξεργασίες απαλλαγμένες από λάθη και μονομέρειες που αν δεν αντιμετωπισθούν, αν δεν απαντηθούν μέσα από το νηφάλιο διάλογο, θα επιδράσουν αρνητικά στη θεωρητική και στρατηγική προετοιμασία και στη δράση. Στη συνέχεια θα τοποθετηθούμε πάνω σε ορισμένα ζητήματα και πλευρές του κομμουνιστικού προγράμματος.

Γ. Μυλωνάς

 


[1]Φρ. Εγκελς Αντιντυριγκ σ. 190, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή

[2] Κ Μαρξ , Ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ώς το 1850, διαλεχτά έργα, τόμος πρώτος σ. 263