Του Νίκου Σαμαρίνα.

«Η Μακεδονία είναι μία και είναι ελληνική» είναι ένα σύνθημα που ψάχνει να βρει ερείσματα στο αρχαιοελληνικό παρελθόν για να δώσει απαντήσεις στη σημερινή σκοπιμότητα, γι’ αυτό είναι απ’ τη φύση του αναχρονιστικό και από πλευράς περιεχομένου βαθιά εθνικιστικό και δεν έχει καμιά σχέση με τον πατριωτισμό. Στα συλλαλητήρια κυριάρχησε και έτσι κατέστησε και το περιεχόμενό τους εθνικιστικό.

Δυστυχώς το παραπάνω σύνθημα υιοθετήθηκε από τα διοικητικά συμβούλια πολλών πολιτιστικών συλλόγων, αλλά και από ομοσπονδίες συλλόγων. Ας δούμε, όμως τα πράγματα από πιο κοντά.

Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Μακεδόνων πρωτοστάτησε στα συλλαλητήρια.

Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ποντιακών Σωματείων έκανε κάλεσμα και πλήθος συλλόγων Ποντίων έβαλαν λεωφορεία από διάφορες πόλεις για τη μεταφορά κόσμου.

Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Ανατολικής Ρωμυλίας (ΠΟΣΑΡ), που εκπροσωπεί περισσότερους από 100 ανατολικορωμυλιώτικους συλλόγους και χορευτικά συγκροτήματα σε όλη την Ελλάδα, κάλεσε στο συλλαλητήριο Θεσσαλονίκης τα χορευτικά τμήματα των συλλόγων-μελών της να παραστούν με τις φορεσιές και τα λάβαρά τους!

Επίσης συμμετείχαν σύλλογοι Κυπρίων, καθώς και άλλοι πολιτιστικοί και χορευτικοί σύλλογοι απ’ όλη την Ελλάδα.

Πέρα από την πολιτική σημασία όλης αυτής της κίνησης των συλλόγων δημιουργείται και μια έντονη παραφιλολογία με κίνδυνο να επανέλθουν στο προσκήνιο ξεπερασμένες αντιεπιστημονικές απόψεις για την Ιστορία και τη λαογραφία του τόπου μας.

Ταυτόχρονα διαβρώνεται και ο προοδευτικός ρόλος που πρέπει να παίζουν οι σύλλογοι, καθώς αποτελούν το πιο ζωντανό κύτταρο παραγωγής λαϊκού πολιτισμού σήμερα.

Η ρητορική που αναπτύσσεται στο πλαίσιο των συλλόγων εστιάζεται προς το παρόν στην ονοματολογία, στην καταγωγή ή μη Σλάβων της ΠΓΔΜ απ’ τον Μέγα Αλέξανδρο και στο ζήτημα της γλώσσας.

Αυτό που δεν λέγεται, όμως, και δείχνει να μην κατανοείται είναι ότι τα σύγχρονα κράτη δημιουργούνται και συγκροτούνται με βάση τους πληθυσμούς που κατοικούν στα εδάφη σήμερα και λαμβάνονται υπ’ όψιν τα πολιτισμικά στοιχεία και η συνείδηση που υπάρχει σήμερα και όχι τι γινόταν δυο χιλιάδες και πλέον χρόνια πριν.

Και το κυριότερο; Τα κράτη σήμερα δημιουργούνται με βάση τους σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ και των υπόλοιπων ιμπεριαλιστικών οργανισμών και τη δράση των πολιτικά κινητοποιούμενων εθνοτικών ομάδων στο εσωτερικό τους.

Η μεγαλύτερη σύγχυση όμως αφορά το γλωσσικό ζήτημα και την ανόητη ταύτισή του με το ζήτημα της εθνικής συνείδησης.

Και εύλογα γεννιούνται απορίες: Πρώτον: Αν οι Σλάβοι της ΠΓΔΜ δεν δικαιούνται να λέγονται Μακεδόνες διότι δεν μιλούν ελληνικά, τότε γιατί οι Βλάχοι και οι τουρκόφωνοι Γκαγκαβούζοι μπορούν να λέγονται Έλληνες ενώ ούτε αυτοί μιλούν ελληνικά;

Ας βγει σήμερα, όποιος τολμά, να πει στους Βλάχους ότι δεν είναι Έλληνες ή να φωνάξει «Έξω οι Βλάχοι απ’ την Αθήνα»!

Δεύτερον: Οι από δω των συνόρων Σλαβομακεδόνες δικαιούνται να λέγονται απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου ενώ η μητρική τους γλώσσα δεν είναι τα ελληνικά; Αν η απάντηση είναι ναι, τότε γιατί οι συγγενείς τους απ’ την εκεί μεριά των συνόρων δεν το δικαιούνται; Αν η απάντηση είναι όχι, τότε προκύπτουν ζητήματα, αν δούμε το θέμα με τα μάτια των εθνικιστών.

Η ιστορική αλήθεια είναι ότι στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα και κατά την περίοδο που ενσωματώθηκε περίπου η μισή έκταση της Μακεδονίας στο ελληνικό κράτος, η ελληνική γλώσσα δεν ήταν η κυρίαρχη σ’ αυτήν. Πέρα από τη σλαβική διάλεκτο της περιοχής, υπήρχαν πληθυσμοί που μιλούσαν αρβανίτικα, βλάχικα, τούρκικα, ακόμα και αρμένικα.

Τα ελληνικά μιλιούνταν στην περιοχή, όχι όπως σήμερα, αλλά σε μικρό ποσοστό, περίπου 20%. Οι γλώσσες βέβαια αυτές αποτυπώνονται και στα τραγούδια των κατοίκων και φυσικά στους χορούς, οι οποίοι μεταφέρονται μέχρι σήμερα σε μας με την ονομασία παραδοσιακοί.

Να λοιπόν πώς ερμηνεύεται το γεγονός ότι πολλά ονόματα των ελληνικών παραδοσιακών χορών που διδάσκουμε εμείς οι χοροδιδάσκαλοι, π.χ. από τον Νομό Πέλλας (όπου ήταν και η πατρίδα του Μεγάλου Αλεξάνδρου), είναι σλαβικής προέλευσης, όπως: Γιαντσίσκα, Πατρούνινο, Μολάεβο, Μπούκιτε Ρασβίβατ, Τρίτε Πάτα, Λένο Μόμε, Ζαβλιτσένα, Πουστένο, Πόπουβα Κέρκα, Ρούντου Γιάγκνε, Ράμνα, Τζέμο, Σάρινι Τσουράπι κτλ.

Όπως επίσης από τον Νομό Σερρών είναι τουρκικής προέλευσης, όπως: Τούρκα Νιβέστα, Χατζημπελίκ, Αρναούτ- Παϊτούσκα, Καράντα Βασί, Νταουλάρ, Γκιουρές Χαβασί, Αράπ Χαβασί, Κετσέκια, Ορμανλί, Μαγκουστάρ, Αϊντίν, Σελιανίκ κτλ.

Τι πρέπει να κάνουμε; Μήπως να πούμε ότι, λόγω ονόματος, οι παραπάνω χοροί δεν είναι ελληνικοί; Μήπως να τους απαγορεύσουμε πάλι, όπως γινόταν μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες, και να ξαναστείλουμε τον χωροφύλακα να χαλάει τα πανηγύρια και να σπάει τα όργανα των μουσικών; Ή μήπως να τους αποποιηθούμε και να παραχωρήσουμε αυτό το σημαντικότατο κομμάτι του πολιτισμού μας στους γείτονες;

Ηδη εθνικιστές της ΠΓΔΜ, με παρόμοια επιχειρηματολογία με τους δικούς μας εθνικιστές, προσπαθούν να πατήσουν στη γλώσσα και να θέσουν ζητήματα αλυτρωτισμού.

Εθνικιστικοί κύκλοι στήνουν συλλόγους στη χώρα μας, δημιουργούν πανηγύρια και πατώντας σε παλιές παραδοσιακές μελωδίες γράφουν τραγούδια με στίχους εθνικιστικού προπαγανδιστικού και ανθελληνικού πολλές φορές περιεχομένου στη σλαβική τοπική διάλεκτο, που τα ανακατεύουν με τα παραδοσιακά τραγούδια της περιοχής.

Επίσης, «νέοι» χοροί, σκοπιανής προέλευσης, λανσάρονται ως τοπικοί, προκαλώντας, ομολογουμένως, σύγχυση και σε μας τους χοροδιδασκάλους.

Άρα τι πρέπει να κάνουμε; Μήπως η λύση είναι να μεταφράσουμε τα ονόματα των χορών για να τους «ελληνοποιήσουμε»; Το κάναμε κι αυτό. Το Πουστένο έγινε Λυτός, το Λένο Μόμε έγινε Κόρη Ελένη και το Σάρινι Τσουράπι έγινε Χρωματιστά Τσουράπια ή σκέτα Τσουράπια. Και; Λύθηκε το πρόβλημα; Το όνομα είναι που ελληνοποιεί τους χορούς ή το γεγονός ότι χορεύονται από πληθυσμούς με ελληνική εθνική συνείδηση, ανεξάρτητα από το ποια γλώσσα χρησιμοποιούν για να επικοινωνούν μεταξύ τους και να παράγουν λαϊκό πολιτισμό, χορούς και τραγούδια;

Τι πρέπει να γίνει λοιπόν; Μα το προφανές. Να μιλήσουμε τη γλώσσα της αλήθειας και της επιστήμης, μακριά από εθνικιστικές κορόνες και ψευτοπατριωτισμούς.

Γιατί αν δεν μιλήσουμε την αλήθεια για τη -να το πω κομψά- «διαδικασία εξελληνισμού» των πληθυσμών της δικής μας Μακεδονίας (βασικά όσον αφορά τη γλώσσα και την εθνική συνείδηση), πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε την αυτολογοκρισία των ντόπιων απέναντι στους στίχους των τραγουδιών τους για τον φόβο του χωροφύλακα, όπου αλλού εκφράστηκε με την πλήρη εγκατάλειψη των στίχων και το αποκλειστικά οργανικό παίξιμο των τραγουδιών και αλλού με την κακότεχνη μετάφραση στίχων στα ελληνικά, όπως έγινε κυρίως στην περιοχή της Δράμας;

Ο ρόλος των ανθρώπων που δραστηριοποιούμαστε στους πολιτιστικούς και χορευτικούς συλλόγους δεν είναι να καταφεύγουμε σε ανέξοδους «πατριωτισμούς» για να μαζεύουμε «πελατάκια».

Οι λαϊκοί-παραδοσιακοί χοροί μας είδαν και έπαθαν για να απενοχοποιηθούν από την εκμετάλλευσή τους απ’ τη χούντα. Μην τους χαρίσουμε πάλι στους εθνικιστές.

 

Ο Νίκος Σαμαρίνας είναι χοροδιδάσκαλος, πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Λάρισας «Ο Χορίαμβος».

 

Πηγή: efsyn.gr