«Ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κι έρμο», γράφει ο μέγιστος Διονύσιος Σολωμός στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους». Όμως, το φως που ξεχύθηκε από τη ρωγμή που άνοιξε στο χρόνο και που φώτισε το «μέγα σκότος κι έρμο» που ζούμε σήμερα, μπορεί να είναι μακρινό, αλλά πάντως δεν είναι ολίγο: είναι αντίθετα άγριο, ανελέητο, αποκαλυπτικό. Τα γνωρίζαμε από μαρτυρίες, από αφηγήσεις, από λογοτεχνήματα, από το αριστούργημα του Π. Βούλγαρη (που τόσο κοντά αποδείχτηκε στην απεικόνιση της αλήθειας). Η ομιλούσα πρωτάκουσε από τον πατέρα της, που υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας, την αφήγηση ότι το αίμα τους έρρεε από τα καμιόνια και η οδός Φιλολάου που ενώνει την Καισαριανή με το Παγκράτι είχε μετατραπεί σε ποτάμι…
Οι 200 κομμουνιστές ήρωες που εκτελέστηκαν από τους ναζί κατακτητές την Πρωτομαγιά του 1944 στη «ματωμένη καρδιά της Ελλάδας», στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, ήταν πάντα δικοί μας άνθρωποι. Ανήκουμε – και επαιρόμαστε γι` αυτό – σ` εκείνους τους τυχερούς που έπεσε πάνω στους ώμους μας βαριά η κληρονομιά τους – εννοείται σε συνθήκες που δεν έχουν καμμιά σχέση μ` αυτές που οι ίδιοι βίωσαν. Μουδιάσαμε με τη γνώση του επικείμενου θανάτου τους. Διονυσιαστήκαμε μαζί τους στο περίφημο προθανάτιο γλέντι (ιστορία αληθέστατη, όπως έχει καταγραφεί από το γιατρό του στρατοπέδου Χαϊδαρίου Αντώνη Φλούντζη και από το συγκρατούμενό τους πεζογράφο Θέμο Κορνάρο). Είναι πέρα από κάθε συναίσθημα αυτό που νιώσαμε με την περήφανη απάντηση του Ναπολέοντα Σουκατζίδη στο διοικητή Φίσερ. Συντονίσαμε τα βήματά μας και τις ανάσες μας με τις δικές τους στα τελευταία τους βήματα. Σηκώσαμε μαζί τις γροθιές μας και τραγουδήσαμε μαζί τους τον Ύμνο και τη Διεθνή, την εθνική και την κοινωνική ελευθερία.
Κι έπειτα, μαζί με τις γυναίκες του συνοικισμού, τις προσφυγίνες που βλέπανε για δεύτερη φορά τη φρίκη του πολέμου να διαλύει τη ζωή τους, προσκυνήσαμε το αίμα τους και ανάψαμε κεράκια στη μνήμη τους. Και το βίωμα μετατράπηκε σε ιδεολογία και, όσο μπορεί ο καθένας μας κι όσο οι συνθήκες κάθε φορά το επιτάσσουν, προσπαθούμε να κάνουμε την ιδεολογία πράξη.
Πρόσφατα, το ξαφνικό φως που εισέβαλε μέσα από τις οθόνες μας στις ψυχές μας, τους ζωντάνεψε. Τους έδωσε υπόσταση και πρόσωπο. Φωτ. 5. Πολλών από αυτούς είχαμε δει ήδη τις φωτογραφίες: ο Ναπολέων Σουκατζίδης με τη στολή του φαντάρου, ή ανάμεσα στους ακροναυπλιώτες συντρόφους του. Ο κρητίκαρος γεωπόνος Νίκος Μαριακάκης, μυστακοφόρος, ξανθός, πανέμορφος. Και άλλοι πολλοί, σε άψυχες φωτογραφίες ταυτότητας της εποχής. Οι φωτογραφίες που ήρθαν στην επιφάνεια μετά από 82 χρόνια, τους έδωσαν το μέσα τους πρόσωπο: και ήταν όπως ακριβώς τους περιμέναμε. Ευθυτενείς, αλύγιστοι, χαμογελαστοί, με το χέρι υψωμένο σε γροθιά, πατώντας το θάνατο με το θάνατό τους.
«Έτσι αγαπάμε εμείς την Ελλάδα, με το αίμα μας και με την καρδιά μας», θα πει, 8 χρόνια αργότερα, μπροστά στους στρατοδίκες του, ο κομμουνιστής εθνικός και λαϊκός ήρωας Νίκος Μπελογιάννης. Και αυτά τα κορμιά, τεντωμένα σαν τόξα μπροστά στο απόσπασμα, αυτά τα ήρεμα, σχεδόν χαμογελαστά πρόσωπα, αυτές οι χαλαρές κινήσεις του κορμού και των χεριών στην πορεία προς το θάνατο, έρχονται να επιβεβαιώσουν για μιαν ακόμη φορά τα λόγια του.
Οι «200 της Καισαριανής» δεν διαπλάστηκαν ως λαϊκοί και εθνικοί ήρωες σε ιστορικό, κοινωνικό και ιδεολογικό κενό. Η θυσία τους και η προσφορά τους σ` αυτή την κορυφαία, κατά την άποψή μου, στιγμή της νέας ελληνικής ιστορίας, ήταν απότοκη των ιδεολογικών επεξεργασιών του ΚΚΕ, των αγώνων που αναπτύχθηκαν με την καθοδήγησή του από την προηγούμενη δεκαετία, του 1930. Αλλά επίσης και από την ιδεολογική – μορφωτική – διαπαιδαγωγητική δουλειά με την οποία ο φορέας της σοσιαλιστικής ιδεολογίας στην Ελλάδα προσπάθησε να διαμορφώσει έναν άνθρωπο νέου τύπου.
Ας δούμε λίγο μέσα σε ποιες συνθήκες έδρασε το ΚΚΕ μέσα στις δεκαετίες του `30 και του `40, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο διεθνές πεδίο. Αλλά και ποια ήταν η ιδεολογική, θεωρητική, πολιτική προετοιμασία του και κατά πόσο ήταν έτοιμο να εφαρμόσει τη θεωρητική του σκευή σε συνθήκες πραγματικού, εθνικού και ταξικού πολέμου;
Το 1934, το ΚΚΕ τότε είχε μόλις βγει από μια βαθιά εσωκομματική κρίση, με την παρέμβαση της ΚΔ. Η 6η Ολομέλεια της ίδιας χρονιάς επιχειρεί μια περιγραφή της ελληνικής κοινωνίας, παίρνοντας υπ` όψη την ήττα στη Μικρασία, την καταστροφή, τον ερχομό των προσφύγων, την προλεταριοποίησή τους και το πέρασμα στην εκβιομηχάνιση της ελληνικής οικονομίας. Με βάση αυτά τα στοιχεία, θεωρεί ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε μέσο επίπεδο ανάπτυξης στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, είναι εξαρτημένη χώρα ενώ επισημαίνει και την ύπαρξη σημαντικών φεουδαρχικών καταλοίπων. Στη βάση αυτών των στοιχείων λοιπόν, ορίζει ότι η επανάσταση στην Ελλάδα θα είναι αστικοδημοκρατική με τάσεις γρήγορης μετατροπής της σε σοσιαλιστική, με κινητήριες δυνάμεις την εργατική τάξη και τη φτωχή αγροτιά.
Στο ζήτημα της ύπαρξης των φεουδαρχικών καταλοίπων θα μπορούσε να ασκηθεί μια ορισμένη κριτική, δεδομένου ότι, στο πεδίο της οικονομίας τουλάχιστον, η αγροτική μεταρρύθμιση έχει ολοκληρωθεί το 1925 –αν και, κατ` έθιμο έστω, σε ορισμένες περιοχές του ελλαδικού χώρου με μακρά φεουδαρχική παράδοση, υπήρχαν ακόμα κάποια απομεινάρια των παλιών «δοσιμάτων» προς τον «άρχοντα». Φωτ. 13. Ωστόσο, στο πολιτικό πεδίο, το αστικό κοινοβουλευτικό πολίτευμα ποτέ δεν λειτουργούσε ιδιαιτέρως ομαλά και υπήρχαν σαφώς φεουδαρχικές επιβιώσεις, με κυριότερη το θεσμό της μοναρχίας – τι ειρωνεία: ένα θεσμό που δεν υπήρχαν ποτέ στον ελλαδικό χώρο οι κοινωνικοταξικές προϋποθέσεις για να υπάρξει και να στηριχτεί…
Ως προς την εξάρτηση και το μέσο επίπεδο ανάπτυξης της χώρας, νομίζω ότι δεν μπορεί να υπάρξει κάποια σοβαρή αντίρρηση. Πάνω σε αυτή τη θεωρητική βάση, η 6η Ολομέλεια βοήθησε το ΚΚΕ να αναπτύξει σοβαρά τις δυνάμεις του, μέχρι τουλάχιστον και τη δικτατορία Μεταξά, να προσεγγίσει πλατιές λαϊκές μάζες, να συντελέσει στην ανάπτυξη του εργατικού και αγροτικού κινήματος, όπως ποτέ μέχρι τότε δεν είχε επιτύχει.
Την ίδια εποχή, στην Ευρώπη αναπτύσσεται ο κίνδυνος του φασισμού και του ναζισμού. Να μην ξεχνάμε ότι το επίσημο όνομα του Άξονα Βερολίνου – Ρώμης – Τόκυο ήταν «Σύμφωνο Αντικομιντέρν» δηλαδή σύμφωνο ενάντια στην Κομμουνιστική Διεθνή. Το 1935, στο 7ο της Συνέδριο, η Διεθνής προκρίνει την πολιτική συγκρότησης των λαϊκών μετώπων για να αντιμετωπιστεί ακριβώς ο κίνδυνος του φασισμού, ως ακραίας μορφής πολιτικής διακυβέρνησης που επιλέγεται, μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες, από τον καπιταλισμό – ιμπεριαλισμό.
Η προσπάθεια του ΚΚΕ να υλοποιήσει την απόφαση του 7ου συνεδρίου τη ΚΔ για τη συγκρότηση λαϊκών μετώπων με δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας, αποτυπώνεται μεταξύ άλλων και με το – αποτυχημένο για πολλούς λόγους – σύμφωνο Σοφούλη – Σκλάβαινα.
Η δικτατορία Μεταξά επέφερε σοβαρότατα πλήγματα στην οργανωτική συγκρότηση του ΚΚΕ. Όλα αυτά τα χρόνια όμως, το ΚΚΕ έχει κατορθώσει να συνδεθεί στενά με τον ελληνικό λαό και το κίνημά του. Επίσης, ακόμα και μέσα στις φυλακές και στις εξορίες, προσπαθεί να διαπλάσει ένα νέο τύπο ανθρώπου και αγωνιστή. Είναι χαρακτηριστική η πλατιά και βαθιά μορφωτική δουλειά που γινόταν μέσα στα «πέτρινα πανεπιστήμια», ιδιαίτερα στην Ακροναυπλία, όπου είχε συγκροτηθεί ολόκληρο σύστημα παροχής εκπαίδευσης, με ψυχή και οργανωτή το «δάσκαλο Γληνό», όπως τον περιγράφει ο Κώστας Βάρναλης. «Παιδί» αυτής της μορφωτικής και διαπαιδαγωγητικής δουλειάς, ήταν και ο «πρώτος μεταξύ ίσων» της Καισαριανής, ο Ναπολέων Σουκατζίδης.
Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος βρίσκει το κόμμα σε μια κατάσταση διάλυσης: φυλακές, εξορίες, παράλληλες κεντρικές επιτροπές, η μια από τις δυο μάλιστα στημένη από το καθεστώς. Η Σοβιετική Ένωση δεν έχει μπει ακόμα στον πόλεμο. Η λεγόμενη Παλιά ΚΕ (συσσωμάτωση αγωνιστών που είχαν καταφέρει να αποφύγουν τη σύλληψη) είναι ενάντια στη συστράτευση των κομμουνιστών με τον πόλεμο που διεξάγει η κυβέρνηση Μεταξά εναντίον του εισβολέα ομοϊδεάτη του. Στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση κινείται το γράμμα του Νίκου Ζαχαριάδη, ένα από τα σημαντικότερα, κατά την ταπεινότατη γνώμη μου, πολιτικά κείμενα της ιστορίας της Ελλάδας. Αυτό το γράμμα πατά και πάνω στις επεξεργασίες της Διεθνούς αλλά και πάνω στα αισθήματα των πιο πλατιών στρωμάτων του ελληνικού λαού. Επιβάλλεται διά του κύρους του στη σκέψη των κομμουνιστών και αποτελεί την ιδεολογική – θεωρητική πλατφόρμα πάνω στην οποία χτίζεται, κοντά ένα χρόνο αργότερα, το ΕΑΜ.
«Προς το λαό της Ελλάδας
Ο φασισμός του Μουσσολίνι χτύπησε την Ελλάδα πισώπλατα, δολοφονικά και ξετσίπωτα με σκοπό να την υποδουλώσει και εξανδραποδίσει. Σήμερα όλοι οι έλληνες παλαίβουμε για τη λευτεριά, την τιμή, την εθνική μας ανεξαρτησία. Η πάλη θα είναι πολύ δύσκολη και πολύ σκληρή. Μα ένα έθνος που θέλει να ζήσει πρέπει να παλεύει, αψηφώντας τους κινδύνους και τις θυσίες. Ο λαός της Ελλάδας διεξάγει σήμερα έναν πόλεμο εθνικοαπελευθερωτικό, ενάντια στο φασισμό του Μουσσολίνι. Δίπλα στο κύριο μέτωπο και Ο ΚΑΘΕ ΒΡΑΧΟΣ, Η ΚΑΘΕ ΡΕΜΑΤΙΑ, ΤΟ ΚΑΘΕ ΧΩΡΙΟ, ΚΑΛΥΒΑ ΜΕ ΚΑΛΥΒΑ, Η ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ, ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΣΠΙΤΙ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΦΡΟΥΡΙΟ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ.
Κάθε πράκτορας του φασισμού πρέπει να εξοντωθεί αλύπητα. Στον πόλεμο αυτό που τον διευθύνει η κυβέρνηση Μεταξά, όλοι μας πρέπει να δόσουμε όλες μας τις δυνάμεις, δίχως επιφύλαξη. Επαθλο για τον εργαζόμενο λαό και επιστέγασμα για το σημερινό του αγώνα, πρέπει να είναι και θα είναι, μια καινούργια Ελλάδα της δουλιάς, της λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική εξάρτηση, μ’ ένα πραγματικά παλλαϊκό πολιτισμό.
Όλοι στον αγώνα, ο καθένας στη θέση του και η νίκη θάναι νίκη της Ελλάδας και του λαού της. Οι εργαζόμενοι όλου του κόσμου στέκουν στο πλευρό μας.
Το μεγαλείο, η έκταση και το βάθος της εαμικής εθνικής αντίστασης είναι πράγματα γνωστά και δεδομένα. Φάνηκε από τα πράγματα ότι το ΚΚΕ είχε τις καθοδηγητικές κατευθύνσεις που χαράχτηκαν από την προηγούμενη δεκαετία και μπόρεσε, καταρχήν, να τις προσαρμόσει στα πολύπλοκα πραγματικά δεδομένα: δηλαδή στα δεδομένα της φασιστικής εισβολής και της φασιστικής κατοχής της χώρας – οπότε και, ορθώς, κατά τη γνώμη μου, προέταξε το εθνικοαπελευθερωτικό στοιχείο. Άφησε στην άκρη το κοινωνικό – ταξικό; κατά τη γνώμη μου και πάλι, όχι. Μίλησε για λαοκρατία, για ένα σύστημα διακυβέρνησης ποιοτικά ανώτερου τύπου, χωρίς να προσδιορίζει πάντως με σαφήνεια το σοσιαλιστικό της πρόσημο. Ωστόσο, στις περιοχές που απελευθέρωνε, δημιουργούσε φύτρα και τύπους λαϊκής εξουσίας.
Η μεγάλη επανάσταση λοιπόν που βρισκόταν σε εξέλιξη κατά τη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα ήταν, εν τοις πράγμασι, και εφαρμογή των αποφάσεων της 6ης Ολομέλειας. Το μέχρι που θα έφτανε και αν θα μετασχηματιζόταν σε σοσιαλιστική επανάσταση δεν θα το μάθουμε ποτέ. Αλλά αυτό είναι μια άλλη υπόθεση…
Να μιλήσουμε τώρα για την Καισαριανή. Οι «200», κομμουνιστές πολιτικοί κρατούμενοι από τη δικτατορία Μεταξά στις φυλακές της Ακροναυπλίας και στην Ανάφη, παρά το γεγονός ότι, με την ιταλική επίθεση, δήλωσαν την επιθυμία και την πρόθεσή τους να πολεμήσουν στο μέτωπο, παραδόθηκαν με πρωτόκολλο από την – αποχωρούσα για το Κάϊρο – ελληνική κυβέρνηση στον κατακτητή, μόλις μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα. Μετά από μια «περιήγηση» στις φυλακές της χώρας, κατέληξαν στο κολαστήριο του Χαϊδαρίου, απ` όπου και οδηγήθηκαν στον τόπο της θυσίας την Πρωτομαγιά του 1944, ως αντίποινα για την εκτέλεση του Γερμανού υποστράτηγου Κρεχ στους Μολάους Λακωνίας από δυνάμεις του ΕΛΑΣ. Την εκτέλεση είχε διατάξει το αγγλικό στρατηγείο της Μέσης Ανατολής.
Σ` αυτό το σημείο ας μου επιτραπεί μια παρέκβαση. Ας φανταστούμε ένα γενναίο πολεμιστή, έναν υπερασπιστή του δίκιου, του λαού και του τόπου του. Έρχεται η ώρα που καλείται να πάρει τη μεγάλη απόφαση, να χτυπήσει τον εχθρό, γνωρίζοντας ότι αυτό το χτύπημα θα σημάνει τη θυσία πολλών συντρόφων του. Το αποφασίζει, λέγοντας ότι αυτό που πρέπει να γίνει θα γίνει. Μετά από 8 χρόνια, ο ίδιος αυτός μαχητής θα σταθεί με τη σειρά του μπροστά στις κάνες των όπλων…
Όχι, την ιστορία δεν την έχει γράψει ο Σοφοκλής, δεν έχει διδαχτεί τον 5ο αιώνα σε κάποιους θεατρικούς αγώνες, χαρίζοντας την κάθαρση στους θεατές. Είναι η απόλυτα αληθινή ιστορία του μεγάλου Νίκου Μπελογιάννη, όπως μας την περιγράφει ο ίδιος στη συγκλονιστική απολογία του:
«(…) Εκείνη την περίοδο ακριβώς (σσ. Τον Απρίλη του `44) στη Λακωνία πήρα μια πληροφορία ότι θα περάσει ένας Γερμανός στρατηγός με το επιτελείο του και ένα τμήμα γερμανικό για να επιθεωρήσει τα έργα που γίνονταν στη Νότια Πελοπόννησο και με ρώτησαν οι Άγγλοι τι θα κάνουμε, θα τους χτυπήσουμε ή όχι. Και η ερώτηση αυτή είχε το νόημά της, γιατί ένα Γερμανό στρατηγό θα τον πληρώναμε πολύ ακριβά. Είχαν προηγηθεί άλλες περιπτώσεις. Στο Κούρνοβο ανατινάχτηκε μια αμαξοστοιχία και εκτελέστηκαν 120 στελέχη του ΚΚΕ που είχαν κάνει και στην Ακροναυπλία. Σε τέτοιες στιγμές δεν χωρούν δισταγμοί και αδίσταχτα είπα, χτυπήστε τους. Πέρασαν, δεν έχω ακριβώς την εφημερίδα και ξεχνώ το όνομα του στρατηγού, τον χτύπησαν, σκοτώθηκαν ο Γερμανός, το επιτελείο του και αρκετοί φαντάροι. Για αντίποινα οι Γερμανοί τουφέκισαν 200 στελέχη του κόμματος στο σκοπευτήριο της Καισαριανής από το Χαϊδάρι. (…)
«(…)Αυτή ήταν η δική μας δράση. Και αυτές τις εκατόμβες προσφέραμε. Έτσι αγαπάμε εμείς την Ελλάδα, με την καρδιά μας και με το αίμα μας».
Ας δούμε τώρα την πορεία των 200 αυτών θαυμαστών δεσμωτών προς το θάνατο και την αθανασία της μνήμης μέσα από την ατομική περίπτωση του γνωστότερου ίσως, εκείνου που βάδισε οικειοθελώς στη θυσία, αν και μπορούσε να προτιμήσει τη ζωή, του κομμουνιστή ήρωα Ναπολέοντα Σουκατζίδη.
Ο Ναπολέων γεννήθηκε το 1909, στην Τρίγλια της Προύσας, παιδί δασκάλων. Μεγάλωσε μέσα στα χρώματα και τις μυρωδιές της Μικράς Ασίας, ανάμεσα σε ανθρώπους δουλευτάδες, προκομμένους και καλλιεργημένους. Έζησε τον πρώτο ‧διωγμό των μικρασιατών Ελλήνων το 1914 και την επιστροφή στο χωριό του μετά το τέλος του Α` Παγκοσμίου Πολέμου.
Ακολουθεί η απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, η φενάκη της υλοποίησης της «Μεγάλης Ιδέας» και η καταστροφή. Η οικογένεια Σουκατζίδη καταφεύγει στο Ηράκλειο της Κρήτης, όπου βρίσκεται ήδη εγκατεστημένος ο αδελφός του κυρ – Φώτη, του πατέρα του Ναπολέοντα. Από κει, θα μετακομίσουν στο Αρκαλοχώρι και θα ξεκινήσουν μια καινούργια ζωή, γεμάτη μόχθο αλλά και ελπίδα. Ο Ναπολέων μορφώνεται και ασχολείται για πρώτη φορά με τα γράμματα, δείχνοντας αρετές λογοτέχνη.
Στην Κρήτη, ο Σουκατζίδης θα γνωρίσει και τη γυναίκα της ζωής του∙ τη δασκάλα Χαρά Λιουδάκη, αδελφή της επίσης δασκάλας και λαογράφου Μαρίας Λιουδάκη, με την οποία επίσης τον έδενε βαθύτατη αγάπη και φιλία. Γυναίκες βαθειά καλλιεργημένες, πραγματικές διανοούμενες και πολιτικοποιημένες – κομμουνίστριες. Η Χαρά έμεινε πιστή στο σύντροφό της σε όλη τη διάρκεια της πολύχρονης φυλάκισής του από τη δικτατορία Μεταξά μέχρι και το θάνατό του. Η σπουδαία Μαρία Λιουδάκη, (η «αδελφούλα μας», όπως την ονόμαζε ο Σουκατζίδης πάντα, και στο τελευταίο, αποχαιρετιστήριο σημείωμα που άφησε για τον πατέρα του και για τη Χαρά) βρήκε τραγικό θάνατο κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου: διαμελίστηκε από τις συμμορίες του Μπαντουβά, ως «ανταμοιβή» για την εαμική αντιστασιακή της δράση.
Μαθητής ακόμα στην Εμπορική σχολή του Ηρακλείου, ο Ναπολέων θα βοηθήσει τη Μαρία Λιουδάκη να συλλέξει κρητικές μαντινάδες απ` όλα τα μέρη της Κρήτης‧ η σπουδαία μάλιστα παιδαγωγός αναφέρει το όνομά του στον πρόλογο της συλλογής της «Μαντινάδες Κρήτης»: «Ιδιαίτερα ευχαριστώ το φιλοπρόοδο και ευγενέστατο παιδάκι Ναπολέοντα Σουκατζίδη, που δούλεψε ακούραστα στη συλλογή των μαντινάδων. Οι περισσότερες από τούτες είναι από τις χιλιάδες που βρήκε εκείνος…».
Τα χρώματα κι οι μυρωδιές της Μικράς Ασίας∙ η τραγωδία της προσφυγιάς∙ η βιοπάλη∙ η αγάπη για τα γράμματα∙ η κρητική γη με την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της∙ ο έρωτας∙ για να δεθούν όλα αυτά τα στοιχεία διαλεκτικά και να διαμορφώσουν μια προσωπικότητα όχι απλώς πλούσια και ενδιαφέρουσα, αλλά πλήρη και έτοιμη να φτάσει στη θυσία για τα ιδανικά της, για το λαό και την πατρίδα, χρειάστηκε ένας ισχυρός συνδετικός κρίκος, μια «Μεγάλη Ουσία», για να δανειστώ μια έννοια που γράφτηκε πριν από περίπου δυο αιώνες. «Μεγάλες Ουσίες» ονόμαζε ο Σολωμός τα ύψιστα ιδανικά του καιρού του που – όπως άλλωστε σε κάθε εποχή, δεν είναι παρά τα ιδανικά της εθνικής και της κοινωνικής ελευθερίας. Αυτές τις «Μεγάλες Ουσίες» της εποχής του Σουκατζίδη – αλλά και της δικής μας – ενσαρκώνει το επαναστατικό υποκείμενο του καιρού μας, η εργατική τάξη και το Κόμμα της. Στην Κρήτη, ο Σουκατζίδης θα γίνει κομμουνιστής και θα ξεκινήσει τον αγώνα για τα δίκαια της τάξης του.
Ο κομμουνιστής Σουκατζίδης είναι μια ολοκληρωμένη, ανθρώπινη και επαναστατική προσωπικότητα: ταυτόχρονα εργαζόμενος, αγωνιστής και λόγιος, στρατευμένος στην υπεράσπιση των δικαίων της τάξης του. Είναι ακριβώς το παράδειγμα του νέου τύπου ανθρώπου που προσπάθησε και, εν πολλοίς, πέτυχε να διαμορφώσει ο φορέας της κομμουνιστικής ιδεολογίας στην Ελλάδα.
Στην Κρήτη, ο Ναπολέων αντιμετωπίζει τις πρώτες διώξεις. Συλλαμβάνεται από την κυβέρνηση Μεταξά, πριν ακόμα από την κήρυξη της δικτατορίας, τον Ιούνιο του 1936. Στο Τμήμα Μεταγωγών του Ρεθύμνου, πριν τον μπαρκάρουν για τον ¨Αη Στράτη, αρραβωνιάζεται επίσημα την αγαπημένη του Χαρά.
Και ξεκινά η μεγάλη του περιπέτεια στις φυλακές της χώρας. Ο Ναπολέων Σουκατζίδης δεν θα ξαναζήσει ούτε μια μέρα ελευθερίας. Είναι όμως ένας «ελεύθερος πολιορκημένος» κατά τον τρόπο του Σολωμού: τα εξωτερικά δεσμά, οι στερήσεις και τα βασανιστήρια, δεν τον κάμπτουν, δεν τον κάνουν να χάσει την ανθρωπιά, την αξιοπρέπεια και, εν τέλει, την ιδεολογία του. Στην Ακροναυπλία, ο Ναπολέων θα τελειοποιήσει τις γνώσεις του πάνω στις ξένες γλώσσες – μιλούσε πέντε, ανάμεσα στις οποίες και γερμανικά, κάτι που έκανε τους Γερμανούς δεσμοφύλακες να τον χρησιμοποιούν ως διερμηνέα στην επικοινωνία τους με τους κρατουμένους.
Και κάπως έτσι, ξαναφτάνουμε στο ξημέρωμα της Πρωτομαγιάς του 1944. Οι Γερμανοί φασίστες καταχτητές έχουν αποφασίσει – και δημοσιεύσει στον τύπο – την εκτέλεση 200 κομμουνιστών, ως αντίποινα για την εκτέλεση του στρατηγού Κρεχ. Πρέπει να σημειώσουμε ότι είχε επίσης αποφασιστεί – και εκτελεστεί – η θανάτωση όλων των ανδρών που τα στρατεύματα κατοχής θα συναντούσαν καθοδόν από τους Μολάους στη Σπάρτη. Αλλά – και επειδή τα περί «εθνικής ομοψυχίας» στην περίοδο της αντίστασης δεν είναι άλλο παρά φληναφήματα, οι ταγματαλήτικες συμμορίες του Παπαδόγγονα εκτέλεσαν στη Λακωνία άλλους 100 εαμίτες και κομμουνιστές.
Δεν είναι σαφής ο τρόπος με τον οποίο οι κρατούμενοι έμαθαν ή κατάλαβαν ότι θα εκτελεστούν την επόμενη μέρα το πρωί. Ο τρόπος όμως που αντιμετώπισαν τον επικείμενο θάνατό τους είναι γνωστός και επιβεβαιωμένος από πολλές μαρτυρίες, ανάμεσά τους τη μαρτυρία του Αντώνη Φλούντζη, γιατρού του στρατοπέδου και εκείνη του συγγραφέα Θέμου Κορνάρου, στο έργο του «Στρατόπεδο Χαϊδαρίου». Οι μελλοθάνατοι πέρασαν την τελευταία νύχτα της ζωής τους με χορό και τραγούδι!
Την επόμενη μέρα, τα ξημερώματα, ο στρατοπεδάρχης Φίσερ βάζει τον ίδιο το Σουκατζίδη να εκφωνήσει τον κατάλογο των μελλοθανάτων. Το νούμερο 71 είναι ο ίδιος! «Όχι εσύ, Ναπολέων», θα πει ο στρατοπεδάρχης, που τον χρειαζόταν, ως διερμηνέα. Και ο Ναπολέων, με όλες του τις ταυτότητες, ο μικρασιάτης, ο κρητικός, ο ο Ελληνας, ο Ναπολέων ο κομμουνιστής, θα αρνηθεί την προσφορά, για να μπει άλλος κρατούμενος στη θέση του. Και θα προχωρήσει προς, αφήνοντας πίσω του τον ήλιο που εκείνη την ώρα χάραζε, πίσω από τον Υμηττό…
Συγκλονιστικές είναι οι μνήμες και οι εμπειρίες του λαού μας που έζησε την εκτέλεση: οι «200» φεύγουν από το Χαϊδάρι φορτωμένοι στα καμιόνια, τραγουδώντας και χορεύοντας «Στη στεριά δε ζει το ψάρι»∙ οι «200» φτάνουν στην Καισαριανή, στήνονται στον τοίχο κατά εικοσάδες και τους θερίζουν τα πολυβόλα∙ σύμφωνα με μαρτυρίες, ακόμα κι εκείνη την ώρα της εκτέλεσης τραγουδούσαν τον Ύμνο∙ τον Ύμνο που οι στίχοι του γράφτηκαν με υπόκρουση τα κανόνια του Μεσολογγιού και που η λαϊκή βούληση και το λαϊκό αίσθημα τον επέβαλε ως εθνικό ύμνο των ελλήνων.
Και ο ΕΛΑΣ, που γνώριζε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γιατί φοβόταν τα αντίποινα για το συνοικισμό, ακροβολισμένος γύρω από τον τόπο της εκτέλεσης…
Ακολούθησε το φόρτωμα των νεκρών σωμάτων στα καμιόνια (στα απορριμματοφόρα!!!) του δήμου∙ ο επιτάφιος θρήνος της συνοικίας και των μανάδων∙ το αίμα που σχημάτιζε ποτάμι στην οδό Φιλολάου, που κατηφορίζει απ` την Καισαριανή προς το Παγκράτι.
Στον αντίποδα του θρήνου των λαϊκών συνοικιών, η αστική τάξη της Αθήνας πανηγύρισε την εκτέλεση των «200». Μια έντιμη και καλλιεργημένη αστή, η Λητώ Κατακουζηνού, γυναίκα του πρωτοπόρου νευρολόγου – ψυχίατρου Άγγελου Κατακουζηνού, περιγράφει την έκπληξη των γειτόνων τους, όταν τις επόμενες μέρες από την εκτέλεση βγήκε, με το σύζυγό της, στο Κολωνάκι με μαύρα περιβραχιόνια. Όταν τους είπαν ότι πενθούν για τα 200 παλληκάρια, τα μέλη αυτά της «καλής κοινωνίας» των Αθηνών, τους επιτίμησαν, λέγοντας ότι οι Γερμανοί κάποια στιγμή θα φύγουν, αλλά οι πραγματικοί εχθροί είναι οι κομμουνιστές … Άσφαλτο το ταξικό ένστικτο των αστών…
Πριν δούμε όμως τί έκανε στη διάρκεια της τριπλής φασιστικής κατοχής, η αστική τάξη και τα πολιτικά της μορφώματα, ας κάνουμε άλλη μια παρέκβαση. Μετά από πολλούς αγώνες, που πιστώθηκε και η δική μας γενιά, είχαμε κατορθώσει να αποκαταστήσουμε σε μεγάλο βαθμό στο δημόσιο λόγο, την ιστορική αλήθεια σε σχέση με το ποιος έκανε αντίσταση. Στο «μέγα σκότος κι έρμο», όμως, των ημερών μας, που ο καθεστωτικός λόγος προσπαθεί να πάρει μια οριστική ρεβάνς στις συνειδήσεις του λαού, με αφορμή και τις φωτογραφίες της Καισαριανής, έχει ανοίξει ένας διαδικτυακός κυρίως βόθρος. Και τι δεν έχουμε ακούσει: ότι το ΚΚΕ βγήκε στον πόλεμο μετά την είσοδο της Σοβιετικής Ένωσης σε αυτόν‧ ότι ο ΕΛΑΣ δεν κατάφερε σημαντικά πλήγματα στους γερμανούς ή ακόμα και ότι συμμάχησε (!) μαζί τους‧ ότι χτυπούσε μικρές ομάδες γερμανών και μετά το έσκαγε σα λαγός αδιαφορώντας για τα αντίποινα‧ ότι είχε έρθει σε συνεννόηση με τους βούλγαρους για να τους παραδώσει τη Μακεδονία‧ ότι οι «200» δεν ήταν κομμουνιστές‧ αλλά και ότι οι «200» ήταν κομμουνιστές, αλλά μη αρεστοί στην καθοδήγηση που, γι` αυτό το λόγο, ήταν αδιάφορη για την τύχη τους… Και πολλές ακόμα παραλλαγές στο ίδιο μοτίβο.
Ας αποσαφηνίσουμε λοιπόν μερικά πράγματα. Είναι γεγονός ότι η έννοια του έθνους και της πατρίδας ως έθνους – κράτους είναι παιδί της αστικής τάξης, η οποία, όταν είναι ανερχόμενη και προοδευτική, επιζητά ένα συγκροτημένο και οριοθετημένο χώρο για την ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων της. Η αστική τάξη έφτιαξε τα έθνη – κράτη. Όμως, στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού, η αστική τάξη, ειδικά σε χώρες εξαρτημένες με μέσο επίπεδο ανάπτυξης, δε διστάζει να ξεπουλά με κάθε τρόπο τη χώρα για να διατηρήσει τα ταξικά της προνόμια. Υπάρχει σχετικά αναφορά του Στάλιν, στο 19ο συνέδριο του ΚΚΣΕ, σε ειδική ομιλία του προς τους εκπροσώπους των ΚΚ του καπιταλιστικού κόσμου, με το οποίο καθορίζει τί σημαίνει, ας μου επιτραπεί η έκφραση «κομμουνιστικός πατριωτισμός».
Η αστική τάξη της Ελλάδας ολοκληρώνει την όποια ιστορικά προοδευτική της αποστολή με το Γουδί και με τους Βαλκανικούς πολέμους. Είναι όμως εξαρτημένη από τον ξένο παράγοντα από τα γεννοφάσκια της. Μαζί με τους συμμάχους της, ήταν αυτή που έσυρε την πατρίδα στο μικρασιατικό πόλεμο και στον όλεθρο της Σμύρνης. Η αστική τάξη, οι μηχανισμοί της, τα πολιτικά της μορφώματα ήταν αυτή που εγκατέλειψε το λαό στην τύχη του το σκληρό Απρίλη του `41, που φόρτωσε τα τιμαλφή της στα καράβια κι έφυγε για τη Μέση Ανατολή. Άφησε βέβαια πίσω της την αφρόκρεμά της: μαυραγορίτες, λαδέμποροι, κουκουλοφόροι, ταγματασφαλήτες… Α, και βέβαια, πριν φύγει, δεν ξέχασε να παραδώσει με πρωτόκολλο τους κρατούμενους από το καθεστώς Μεταξά κομμουνιστές στον κατακτητή. Τους ίδιους αυτούς που είχαν ζητήσει να απελευθερωθούν για να πάνε στο μέτωπο να πολεμήσουν και που αποτέλεσαν αργότερα τη δεξαμενή από την οποία αντλούσαν τα στρατεύματα κατοχής το «υλικό» των αντιποίνων τους…
Ωστόσο, το ΚΚΕ, με την ίδρυση του ΕΑΜ απεύθυνε και στα αστικά πολιτικά κόμματα έκκληση συνεργασίας για το διώξιμο του κατακτητή. Απευθύνθηκε και σε επιφανείς αστούς πολιτικούς και στρατιωτικούς ηγέτες, προσφέροντάς τους ακόμα και την ηγεσία του Μετώπου. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν ο Γεώργιος Παπανδρέου και ο Νικόλαος Πλαστήρας. Ο πρώτος αρνήθηκε κατηγορηματικά και ο δεύτερος συνέστησε ψυχραιμία και συναλλαγή με τον κατακτητή…
.Τον Ιούλιο του 1941, η 6η Ολομέλεια της Κ΅Ε του ΚΚΕ, υπογραμμίζει, μεταξύ άλλων:
«Το πρόβλημα της πάλης για την εθνική ανεξαρτησία των υπόδουλων μικρών λαών μπαίνει στην πρώτη
γραμμή της πάλης ενάντια στο φασισμό, τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και για την κοινωνική τους προκοπή».
«Η υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης, η υποστήριξη της νίκης της με όλα τα μέσα, είναι ύψιστο καθήκον
κάθε κομμουνιστή, κάθε ανθρώπου που θέλει τη λευτεριά της χώρας του από το φασιστικό ζυγό».
«Το βασικό καθήκον των Ελλήνων κομμουνιστών είναι η οργάνωση της πάλης του ελληνικού λαού για την
υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης και την αποτίναξη του φασιστικού ζυγού.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας καλεί τον ελληνικό λαό, τα κόμματα και τις οργανώσεις του, σ’ ένα
εθνικό μέτωπο απελευθέρωσης:
Α) Για το διώξιμο της γερμανοϊταλικής κατοχής από την Ελλάδα.
Β) Για την ανατροπή της κυβέρνησης- οργανέτου τους.
Γ) Για την καθημερινή υποστήριξη και υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης.
Δ) Για την υποστήριξη κάθε συνεπούς αντιφασιστικής δύναμης με όλα τα μέσα.
Ε) Για το σχηματισμό προσωρινής κυβέρνησης από όλα τα κόμματα, που θα αποκαταστήσει τις
δημοκρατικές ελευθερίες του λαού, θα του εξασφαλίσει ψωμί και δουλιά, θα συγκαλέσει συντακτική
εθνοσυνέλευση και θα υπερασπίσει την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της Ελλάδας από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική δύναμη.
Την απόκριση των αστικών κομμάτων τη γνωρίζουμε. Αντίθετα, οι κομμουνιστές, όπου ήταν δυνατό, δραπέτευσαν από φυλακές και εξορίες για να πάνε να πολεμήσουν στην Κρήτη. Ως προς την κατηγορία ότι το ΚΚΕ μπήκε στην Αντίσταση από τη στιγμή και μόνο που δέχτηκε η Σοβιετική Ένωση την επίθεση των χιτλερικών (Ιούνιος 1941), να υπενθυμίσουμε ότι: το γράμμα του Ζαχαριάδη έχει ημερομηνία 30 Οκτωβρίου 1940‧ η μάχη της Κρήτης έγινε το Μάϊο του `41‧ η Εθνική Αλληλεγγύη ιδρύθηκε επίσης το Μάϊο του `41‧ μέσα στον ίδιο μήνα τέλος, δημιουργήθηκαν, με απόφαση των κομματικών οργανώσεων, ένοπλες ομάδες σε όλη την Ελλάδα που, μάλιστα, έφεραν ονόματα αγωνιστών του `21.
Ως προς την κατηγορία περί συνεννόησης με τους βούλγαρους, η ίδια η ιστορία έχει ήδη απαντήσει, με τις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις που διοργάνωσε το ΚΚΕ και το ΕΑΜ, στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, όταν η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη πέρασαν στη βουλγαρική διοίκηση.
Όσο για το αν οι «200» ήταν κομμουνιστές … Μιλά η ίδια η ανακοίνωση των γερμανικών αρχών κατοχής, οπότε τί χρείαν έχομεν άλλων μαρτύρων;
Να πούμε λοιπόν μερικά λόγια σαν συμπέρασμα: οι κομμουνιστές είναι διεθνιστές, αλλά είναι και πατριώτες. Ο πατριωτισμός των κομμουνιστών είναι βαθύς, πλατύς και ουσιαστικός. Είναι – να μη φοβηθούμε τη λέξη – ταξικός πατριωτισμός. Είναι ο πατριωτισμός ο οποίος επιδιώκει την ανύψωση της εργατικής τάξης σε ηγέτιδα δύναμη του έθνους. Αντίθετα, ο «πατριωτισμός» της άρχουσας τάξης συνίσταται στην υπεράσπιση του χώρου ανάπτυξης των επιχειρηματικών της συμφερόντων – και όταν αυτά δεν απειλούνται, δεν έχει κανένα πρόβλημα να συνεργαστεί με τον καταχτητή, τον επικυρίαρχο, τον ιμπεριαλιστή.
Είναι η αλήθεια ότι με αυτόν τον «πατριωτισμό» οι κομμουνιστές δεν έχουν καμμία σχέση. Το είπα και πριν, ο πατριωτισμός των κομμουνιστών είναι ταξικός και λαϊκός. Πατρίδα μας είναι «οι πεζούλες και τα καλύβια μας». Είναι ο ελλαδικός χώρος, ζυμωμένος με αίμα και δίκαιους αγώνες, εθνικοαπελευθερωτικούς και κοινωνικούς. Είναι ο λαός μας, οι ανάγκες του, οι μνήμες αλλά και το μέλλον του. Γι` αυτό το λόγο, ιστορικά, δεν δίστασαν να βρεθούν απέναντι σε κεντρικές επιλογές της άρχουσας τάξης και να πληρώσουν το τίμημα γι` αυτό, με τρανό παράδειγμα τη Μικρασιατική Εκστρατεία.
Ο πατριωτισμός των κομμουνιστών στηρίζει την πραγματική ανεξαρτησία της χώρας και την ευζωία της εργατικής τάξης. Στηρίζει τους λαϊκούς αγώνες για τα μικρά και για τα μεγάλα, από τα απλά οικονομικά αιτήματα μέχρι και την πάλη για το σοσιαλισμό.
Ο πατριωτισμός των κομμουνιστών είναι στενά και άρρηκτα δεμένος με το διεθνισμό τους: «θέλουμε ελεύθερη εμείς πατρίδα – και πανανθρώπινη τη λευτεριά», τραγουδούσαν οι αντάρτες μας στα βουνά της Ελλάδας. Οι κομμουνιστές είναι στο πλάϊ κάθε λαού που αγωνίζεται για την εθνική και κοινωνική του ελευθερία.
Αυτός ο πατριωτισμός, ο βαθιά ταξικός, ο διεθνιστικός, ο αντιιμπεριαλιστικός, ο άδολος είναι που αντανακλάται στα πρόσωπα των μελλοθάνατων της Καισαριανής. Αυτός ο πατριωτισμός συνδέεται στενά με την ελπίδα για ένα δικαιότερο κόσμο, ένα κόσμο σοσιαλιστικό.
Και δυο τελευταία λόγια για το σήμερα. Ναι, ζούμε σε «μέγα σκότος κι έρμο». Το βλέπουμε, δυστυχώς, και στη νέα γενιά, στον τρόπο που η κυρίαρχη ιδεολογία, μέσα και από το εκπαιδευτικό σύστημα, διαμορφώνει τη συνείδηση και τη συμπεριφορά της. Βλέπουμε νέα παιδιά να αυτοκτονούν γιατί «δεν θα περάσουν στις πανελλήνιες και δε θα βγάζουν πολλά λεφτά’. Βλέπουμε κορίτσια να εκποιούν τον εαυτό τους και αγόρια να θεωρούν τη γυναίκα κτήμα τους. Βλέπουμε νέους να εκμαυλίζονται από θεωρίες φυλετικής ανωτερότητας, να κακοποιούν βάναυσα όποιον θεωρούν αδύναμο ή «υποδεέστερο».
Μακριά από μένα η αντίληψη ότι το σύνολο της νεολαίας λειτουργεί έτσι. Ωστόσο, τα φαινόμενα αυτά έχουν ανησυχητική έκταση. Για τούτο ας στραφούμε στις «Μεγάλες Ουσίες» και τη μεταλαμπάδευσή τους. Στις μέρες μας, οι «Μεγάλες Ουσίες» είναι ο αντιιμπεριαλιστικός αγώνας των λαών, υποταγμένος στη γενικότερη πάλη για το σοσιαλισμό, για την πραγματική ελευθερία του ανθρώπου. Αν η νέα γενιά, η νέα βάρδια της εργατικής τάξης, ενσωματώσει στη συνείδησή της αυτές τις «Μεγάλες Ουσίες» του καιρού μας, τότε θα μπορέσουμε να πούμε ότι «δεν αποπαίδισεν η πλάση».
Δώρα Μόσχου







