Εργατικός Αγώνας

Απεργία αστυνομικών στην κατοχή!

Γράφει ο Δημήτρης  Ιωάννου

militaire.gr

Πρόκειται για μια ιστορική απεργιακή κινητοποίηση-περίπου άγνωστη στις λεπτομέρειες της-, μοναδική την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και μάλιστα σε χώρα κατεχόμενη από τις ναζί-φασιστικές δυνάμεις του Άξονα.

Η απεργία διοργανώθηκε από το ΕΑΜ αστυνομικών, μια ιδιαίτερα ισχυρή οργάνωση που καθοδηγούσαν κομμουνιστές αστυνομικοί και είχε σημαντική συνεισφορά στην Εαμική αντίσταση της Αθήνας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στο ΕΑΜ αστυνομικών είχαν ενταχθεί 1.700 από τους 3.500 αστυνομικούς.

Για τις αιτίες που οδήγησαν στην απεργία ο υπαστυνόμος Χρήστος Παπαναστασίου, πρόεδρος της απεργιακής επιτροπής των αστυνομικών, έγραψε:

«Λόγω της πλήρους εγκαταλείψεως των κατωτέρων από τους ανωτέρους οι οποίοι κώφευαν στις διαμαρτυρίες των, στις ανάγκες, στη δυστυχία των οικογενειών των, γιατί οι προϊστάμενοι είχαν βρει τον τρόπο ν’ αντιμετωπίζουν το δικό των πρόβλημα, και μάλιστα λίγοι απ’ αυτούς είχαν μετατραπεί σε τυράννους, μπροστά στην πείνα και την εξαθλίωση, στις καθημερινές λιποθυμίες, μπροστά στην εξουθένωση και από το αίσθημα καθαρώς της αυτοσυντηρήσεως, εξεδηλώθησαν τάσεις επικίνδυνες. Έλαβον χώραν πράξεις ποινικώς κολάσιμες, ιδιαίτερα εκβιασμοί, σ’ όσους μετέφεραν λίγα τρόφιμα ή όσπρια από την επαρχία, πουλώντας τον ρουχισμό και την επίπλωση του σπιτιού των, για να σώσουν τα παιδιά των.

Ή μου δίνεις και μένα ή σου τα κατάσχω»

Ο «ΚΑΥΤΟΣ» ΙΟΥΝΙΟΣ ΤΟΥ 1943

Η κατάσταση αυτή είχε δημιουργήσει αναβρασμό στις αστυνομικές υπηρεσίες της Αθήνας και η πανελλαδική απεργία των δημοσίων υπαλλήλων που εξαγγέλθηκε στις 22 Ιουνίου 1943, πυροδότησε και τις διαθέσεις των αστυνομικών για διεκδικήσεις με απεργιακό αγώνα.

Η κινητοποίηση άρχισε το απόγευμα της ίδιας μέρας από την Τροχαία Αθήνας, όταν ο διοικητής της απέρριψε το διάβημα των αστυνομικών για επίλυση των προβλημάτων τους.

Επεκτάθηκε αμέσως στο Δ’ Α.Τ. Αθήνας (Ομόνοια) και ακολούθησαν τα υπόλοιπα αστυνομικά τμήματα και η Γενική Ασφάλεια.

Το βράδυ της ίδιας ημέρας, το Γραφείο του ΕΑΜ Αστυνομικών έδωσε την εντολή για την κήρυξη της απεργίας.

«Από της 6ης πρωινής της 23ης Ιουνίου 1943 οι κατώτεροι αστυνομικοί υπάλληλοι των αστυνομικών διευθύνσεων Αθηνών και Πειραιώς κατέρχονται σε απεργία διαρκείας για την λύση των προβλημάτων τους».

Η απεργία επεκτάθηκε σε όλες τις αστυνομικές υπηρεσίες της Αθήνας και συμμετείχαν οι περισσότεροι αστυφύλακες αλλά και βαθμοφόροι. Στην απεργία έλαβαν μέρος ακόμη και οι αστυφύλακες που υπηρετούσαν στο διαβόητο Μηχανοκίνητο Τμήμα , όπου υπήρχαν σύνδεσμοι του ΕΑΜ αστυνομικών.

Οργανωτικές αδυναμίες δεν επέτρεψαν τη συμμετοχή στην απεργία των αστυφυλάκων από τα Αστυνομικά Τμήματα και τις υπηρεσίες του Πειραιά.

Στη συγκέντρωση που έγινε στην Τροχαία Αθήνας επιχείρησαν να παρέμβουν ο αρχηγός της Αστυνομίας και ο αστυνομικός διευθυντής αλλά τους αποδοκίμασαν οι απεργοί. Επίσης, πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση των απεργών αστυνομικών στην πλατεία Λαυρίου.

Οι απεργοί προχώρησαν σε σύσταση κεντρικής επιτροπής αγώνα με πρόεδρο τον υπαστυνόμο Χρήστο Παπαναστασίου.

Αυτή διατύπωσε και τα αιτήματα της απεργίας, στα οποία πέραν από το πρώτιστο του επισιτισμού των χαμηλόβαθμων αστυνομικών και των οικογενειών τους, έβαζε και τα ακόλουθα:

Να φύγουν οι κλέφτες αστυνομικοί από την επιμελητεία τροφίμων.

Να μην αναλαμβάνουν οι αστυφύλακες τη φύλαξη εργοστασίων και αποθηκών με υλικό που χρησιμοποιούνταν για τις πολεμικές ανάγκες των κατακτητών.

Να μην επεμβαίνει η αστυνομία σε διαδηλώσεις που έχουν σχέση με τον αγώνα του λαού για την απελευθέρωση.

Να μην συνεργάζεται η αστυνομία με φιλοναζιστικές οργανώσεις που υπηρετούν τον κατακτητή.

Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ «ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ» Ι. ΡΑΛΛΗ

Η κατοχική κυβέρνηση του δωσίλογου Ιωάννη Ράλλη (Λαϊκό κόμμα), ιδρυτή των Ταγμάτων Ασφαλείας και ο αστικός πολιτικός κόσμος αντέδρασε αμέσως στην απεργία.

Ο Αναστάσιος Ταβουλάρης (κόμμα Φιλελευθέρων), υπουργός Εσωτερικών και Δημόσιας Ασφάλειας της κυβέρνησης των δωσίλογων, αντικατέστησε τον αρχηγό της Αστυνομίας με τον αντιβασιλικό πρώην αστυνομικό διευθυντή Σαμπάνη.

Ο  Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, όπως και όλος ο αστικός πολιτικός κόσμος, που συναντήθηκε με τους απεργούς, δήλωνε πως «οι αστυνομικοί δεν πρέπει να απεργούν».

Η επιτροπή αγώνα κατέθεσε υπόμνημα με τα αιτήματα στο νέο Αρχηγό και ζήτησε να παρουσιαστούν στον υπουργό Εσωτερικών για να τα εκθέσουν.

Η συνάντηση έγινε το απόγευμα της επόμενης μέρας (24 Ιούνη) στο πολιτικό γραφείο του Ράλλη παρουσία της ηγεσίας των σωμάτων ασφαλείας και ανώτατων αξιωματικών.

Η αντιπροσωπεία των απεργών  πολιορκήθηκε από τους ανώτατους αξιωματικούς που επιχείρησαν να μεταπείσουν τους απεργούς, κινδυνολογώντας ότι θα διαλυθεί η αστυνομία και θα την αντικαταστήσουν Ιταλοί καραμπινιέροι προσπαθώντας να διασπάσει την ενότητα των μελών της.

Στις 26 Ιούνιου, στην κορύφωση του αγώνα, όλοι οι αστυνομικοί τέθηκαν από το αρχηγό Σαμπάνη σε κατάσταση διαθεσιμότητας, οπότε και οι απεργοί στερούνταν την αστυνομική ιδιότητα και το δικαίωμα πληροφορίας και σύμφωνα με προκήρυξη των ναζί κατακτητών οι απεργοί χαρακτηρίζονταν ως ένοπλοι αντάρτες.

Στις 27 Ιουνίου οι Ιταλικές δυνάμεις κατοχής με υπόδειξη των διοικητών αξιωματικών των Α΄, Γ’ και ΙΓ’ αστυνομικών τμημάτων συνέλαβαν 40 απεργούς αστυνομικούς (κατά το «Αστυνομικό Βήμα» 50 απεργούς).

Οι συλληφθέντες καταδικάστηκαν από το Ιταλικό στρατοδικείο σε ποινές φυλάκισης από 20 ως 50 χρόνια και οδηγήθηκαν τους φυλακές τους Καλλιθέας.

Η θέση και η στάση τους για το δίκιο του απεργιακού αγώνα υπήρξε ακλόνητη και στο στρατοδικείο και στη φυλακή.

Η ΛΥΣΗ ΚΑΙ Η ΔΙΚΑΙΩΣΗ

Το βράδυ της 28ης Ιουνίου, ο αρχηγός Αστυνομίας με εντολή τους κυβέρνησης των δωσίλογων άρχισε διάλογο με την κεντρική επιτροπή αγώνα για να βρεθεί συμβιβαστική λύση και να λήξει η απεργία.

Η επιτροπή ζήτησε γραπτή δέσμευση ότι θα μελετηθούν και θα ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους και επιπλέον ότι δεν θα διωχτούν απεργοί, παρά μόνο ύστερα από ανακρίσεις που θα αναλάβει ανώτατος δικαστής.

Ο αρχηγός, εκτιμώντας ότι θα καμφθεί η ενότητα του αγώνα των απεργών, αρνήθηκε τη γραπτή συμφωνία.

Τις επόμενες ημέρες, την προσπάθεια συμβιβαστικής λύσης ανέλαβαν πολιτικοί παράγοντες.

Η τελική συμφωνία, με αποδοχή των αιτημάτων τους, έγινε το μεσημέρι τους 30ης Ιουνίου, ύστερα από 8 μέρες απεργίας, μεταξύ της κεντρικής επιτροπής αγώνα και του Γεωργίου Μαρή, πρώην υπουργού των Φιλελευθέρων, που λειτουργούσε ως εντολοδόχος της κατοχικής κυβέρνησης.

Ακολούθησαν συγκεντρώσεις σε όλα τα αστυνομικά τμήματα, όπου τονίστηκε ότι ο νικηφόρος απεργιακός αγώνας ήταν αποτέλεσμα τους μαζικότητας και τους μαχητικότητας των απεργών.

Το βράδυ τους 30ης Ιουνίου η απεργία είχε λήξει και οι αστυνομικοί ανέλαβαν υπηρεσία.

Ωστόσο η κυβέρνηση  δεν μπορούσε να αποδεχτεί ότι οι αστυνομικοί, τα στελέχη του μηχανισμού κρατικής καταστολής, σε συνθήκες Κατοχής, είχαν πετύχει μια μεγάλη συνδικαλιστική νίκη, που ουσιαστικά την πιστώνονταν το ΕΑΜ.

Αθέτησε λοιπόν τη συμφωνία, απολύοντας 450 αστυνομικούς που θεωρήθηκαν οι πρωταίτιοι τους απεργιακής κινητοποίησης.

Αυτό προκάλεσε τη διαμαρτυρία όλων των αστυνομικών.

Η κεντρική επιτροπή αγώνα μετατράπηκε σε κεντρική επιτροπή επαναφοράς των απολυμένων και ξεκίνησαν νέες πολύμορφες κινητοποιήσεις μέχρι την επαναπρόσληψή τους.

Ήταν ένας σκληρός αγώνας που κράτησε δύο μήνες και ενισχύθηκε οικονομικά από τους αστυφύλακες τους Αθήνας και του Πειραιά, τους χωροφύλακες και τους πυροσβέστες.

Ο αγώνας ολοκληρώθηκε με την επαναφορά στην Αστυνομία των 450 απολυμένων απεργών.

Πληροφορίες

Σπύρου Α. Κωτσάκη «Εισφορά στο χρονικό της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης στην Αθήνα» (εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1986)

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email
Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη
Εργατικός Αγώνας