Δυο λόγια την επαναστατική βία
«Η αριστερή βία είναι συστατικό της ιδεολογίας όσων την επικαλούνται. Από το ΚΚΕ που γιορτάζει το εμφύλιο μίσος μέχρι τον αναρχικό χώρο που καίει με γκαζάκια ή μολότοφ τους υπηρέτες του συστήματος. Από τις διάφορες κινήσεις στα πανεπιστήμια που πλακώνουν στο ξύλο συμφοιτητές τους με τους οποίους διαφωνούν ή καθηγητές τους που επιδιώκουν να εφαρμόσουν τη νομιμότητα μέχρι τους αντισημίτες και καλά «φρι Παλεστάιν» που ψάχνουν Εβραίους στα λιμάνια και τις πλατείες. Η κυβέρνηση, με αστυνομικά μέτρα, δεν μπορεί να την απονομιμοποιήσει, επειδή αμέσως όλος ο συγγενής ιδεολογικός χώρος των εραστών της βίας εξεγείρεται κατηγορώντας αυταρχικές μεθοδεύσεις και πολιτικές διώξεις – και απειλώντας με βίαιη κλιμάκωση».
Ας μας συμπαθήσουν οι αναγνώστες του «Εργατικού Αγώνα» για την παράθεση αυτής της εμετικής παραγράφου. Πρόκειται για απόσπασμα από εκτεταμένο σχόλιο του Ηλία Κανέλλη στην εφημερίδα «Τα Νέα», με ημερομηνία 08/07/2026 και με αφορμή την επίθεση με γκαζάκια στο σπίτι πολιτεύτριας της «Νέας Δημοκρατίας» που είχε αποτέλεσμα τον άδικο θάνατο της μητέρας της. Το πλήρες κείμενο, μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.
Τί μας λέει λοιπόν εδώ ο ρέκτης συντάκτης; Ότι η Αριστερά, κομμουνιστική και μη, εμφορείται, στο σύνολό της από την «ιδεολογία της βίας», που εκφράζεται είτε με εορτασμούς του εμφύλιου μίσους είτε με διάφορες έκνομες ενέργειες απέναντι σε όσους υπερασπίζονται το «νόμο και την τάξη», είτε με την εκδήλωση … αντισημιτισμού, καμουφλαρισμένη πίσω από την υποτιθέμενη υπεράσπιση της Παλαιστίνης. Το κατάπτυστο κείμενο συνοδεύεται και από μια μεγάλη φωτογραφία μιας καθόλα ειρηνικής διαμαρτυρίας στο Σύνταγμα, με φιλοπαλαιστινιακά και αντιϊμπεριαλιστικά συνθήματα.
Πριν από οποιοδήποτε άλλο σχολιασμό, να προτάξουμε το εξής: απλά, σαφώς και ξεκάθαρα, η ατομική βία και τρομοκρατία, όσο και αν ασκείται στο όνομα της λαϊκής πάλης δεν έχει και ποτέ δεν είχε καμμιά σχέση με το λαϊκό, το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα. Αντίθετα, αντιστρατεύεται στην πράξη τα συμφέροντά του, δεδομένου ότι χρησιμεύει πολλές φορές ως άλλοθι στην άρχουσα τάξη για να εντείνει τα κατασταλτικά της μέτρα και τους κατασταλτικούς της μηχανισμούς. Αυτό συνέβη, εμφανώς, και με την τελευταία περίπτωση με τα γκαζάκια. Σε μικρό χρονικό διάστημα, είδαμε το μερακλή υπουργό της «Προστασίας του πολίτη» (μη γελάτε, κτήνη, που θα έγραφε και ο Νίκος Τσιφόρος) να διατρανώνει ξανά το δόγμα του «νόμου και της τάξης» και να ανασύρει την υπόθεση της Μαρφίν, με έωλα, σύμφωνα με μεγάλο μέρος του νομικού κόσμου, αστυνομικά και δικονομικά επιχειρήματα.
Δεν ισχυρίζομαι ότι η βία είναι πέρα και έξω από τη λογική της μαρξιστικής – λενινιστικής κοσμοθεωρίας. Κάθε άλλο. Η βία, σύμφωνα με τους κλασικούς μας, είναι η μαμή της ιστορίας. Είναι όμως άλλο πράγμα η βία που ασκείται από την κάθε φορά άρχουσα τάξη και τους μηχανισμούς της (δηλαδή το κράτος) και άλλο πράγμα η λαϊκή, επαναστατική βία. Άλλο πράγμα είναι η βία του κυριάρχου και άλλο η βία του κυριαρχούμενου, άλλο η βία του κατακτητή και άλλο η βία του κατακτημένου.
Για να πάρουμε λίγο τα πράγματα από την αρχή, θα πρέπει να εξετάσουμε τις διαδικασίες συγκρότησης του κράτους και πώς αυτό μονοπώλησε και μονοπωλεί για τον εαυτό του την άσκηση οργανωμένης βίας.
Γνωρίζουμε ότι στις πρωτόγονες κοινωνίες δεν υπήρχε ατομική ιδιοκτησία, άρα ούτε κοινωνικές τάξεις και η κοινωνία ήταν οργανωμένη σε γένη που κατάγονταν από μία κοινή πρόγονο. Μετά από μακραίωνες διαδικασίες, η ιδιοποίηση του πλεονάσματος της παραγωγής οδηγεί στη διαμόρφωση των κοινωνικών τάξεων με βασικό κριτήριο τη σχέση με τα μέσα παραγωγής. Οι αντιθέσεις που δημιουργούνται στα πλαίσια αυτής της νέας κοινωνικής συγκρότησης είναι αγεφύρωτες, δεν μπορούν πια να αυτορυθμιστούν, όπως συνέβαινε μέσα στα πλαίσια της κοινωνίας των γενών. Έτσι, συγκροτείται ένας μηχανισμός που, φαινομενικά, στέκεται υπεράνω των τάξεων, στην πράξη όμως, εκφράζει τα συμφέροντα της κάθε φορά άρχουσας τάξης και λειτουργεί προς όφελός της.
Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του κράτους είναι η ύπαρξη ενός ένοπλου σώματος ανδρών (σε κοινωνίες, όπως η σπαρτιατική, που δεν έχουν ολοκληρώσει τη διαδικασία της μετάβασης, μπορεί και γυναικών) που ξεχωρίζει από το σύνολο του πληθυσμού. Στις πόλεις της αρχαίας Ελλάδας, υπάρχουν διάφορες παραλλαγές αυτού του μοτίβου. Για παράδειγμα, στην αρχαία Αθήνα, η Πόλη θεωρούσε υποτιμητικό το έργο του «ανθρωποφύλακα», γι` αυτό το λόγο τα καθήκοντα αστυνόμευσης είχαν ανατεθεί σε Σκύθες δούλους.
Η βία λοιπόν ασκείται από τον κατεξοχήν μηχανισμό της κάθε φορά άρχουσας τάξης απέναντι στις υπάλληλες, με σκοπό την πειθάρχησή τους. Και βία δεν είναι μόνο η σωματική βία: βία είναι και η πείνα, βία είναι και η ανέχεια, βία είναι η διάλυση των οικογενειακών και διαπροσωπικών σχέσεων‧ είτε με τη μορφή της διάλυσης των δουλικών και δουλοπαροικικών οικογενειών από τους αφέντες, είτε με τη μετανάστευση στον καπιταλισμό, ακόμα και από τη διάβρωσή αυτών των σχέσεων λόγω των υλικών συνθηκών: «ανάθεμά τα τα τάλλαρα»!
Βία είναι και η στέρηση των βασικών κοινωνικών αγαθών, της υγείας και της παιδείας.Βία – ύπουλη και αφανής – είναι και η χειραγώγηση των συνειδήσεων μέσω των ιδεολογικών μηχανισμών που διαθέτει κάθε φορά η άρχουσα τάξη: από τον κλήρο και τους βασιλικούς λόγιους του Μεσαίωνα, μέχρι τα παντός είδους Μέσα Μαζικής Αποβλάκωσης στις μέρες μας (για να μην ανοίξουμε εδώ το τεράστιο ζήτημα των εγκύκλιων σπουδών και του ιδεολογικού τους προσανατολισμού)…
Έτσι συγκροτήθηκε και έτσι πορεύτηκε το ταξικό κράτος μέχρι τις μέρες μας. Κρατώντας για τον εαυτό του το μονοπώλιο της πολυπρόσωπης βίας. Το ταξικό κράτος είναι ο Δίας που καταδικάζει τον Προμηθέα στα δεσμά του στον Καύκασο γιατί βοήθησε τους ανθρώπους‧ είναι ο Κρέων που ασκεί όλη του την εξουσία πάνω στη μικρή Αντιγόνη‧ είναι ο μεσαιωνικός δούκας του ακόλουθου αποσπάσματος:
«(…) οι αγρότες άρχισαν ομόθυμα να οργανώνουν σε διάφορες κομητείες της Νορμανδίας πολυάριθμες συγκεντρώσεις όπου αποφάσιζαν να κανονίζουν τη ζωή τους όπως αυτοί ήθελαν και να χρησιμοποιούν ακόμα και το δασικό και τον υδάτινο πλούτο σύμφωνα με τους δικούς τους νόμους, παρόλες τις απαγορεύσεις που όριζε το ως τότε δίκαιο. Και για να κατοχυρώσουν τις αποφάσεις τους αυτές, διάλεγαν από κάθε συγκέντρωση του οργισμένου λαού δύο απεσταλμένους για να μεταβιβάσουν τις αποφάσεις τους στη συνέλευση του λαού όλης της χώρας, για να τις επικυρώσει.
Όταν τα έμαθε αυτά ο δούκας, έστειλε εναντίον τους τον κόμητα Ραούλ με πολύ στρατό, για να ταπεινώσει τη χωριάτικη αυθάδειά τους και να σταματήσει τις αγροτικές συγκεντρώσεις. Και να, αυτός, εφαρμόζοντας χωρίς καθυστέρηση τη διαταγή, έπιασε αμέσως όλους τους απεσταλμένους μαζί με μερικούς άλλους και, αφού τους έκοψε τα χέρια και τα πόδια, τους έστειλε σακάτηδες στους δικούς τους, για να τους συγκρατήσουν από αυτά [που έκαναν] και να γίνουν παράδειγμα και να τους φέρουν στα συγκαλά τους για να μην πάθουν αυτοί ακόμα χειρότερα. Έτσι, οι αγρότες, βάζοντας μυαλό, βιάστηκαν να σταματήσουν τις συγκεντρώσεις τους και ξαναγύρισαν στ` αλέτρια τους».
(Χρονικό του Guilliaume de Gumièges, για τη μεγάλη εξέγερση των αγροτών της Νορμανδίας το 997, όταν το Δουκάτο της Νορμανδίας ανέλαβε ο δούκας Ριχάρδος Β` – αντιγραφή από «Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία», ελληνική έκδοση τόμος Γ1 – Γ2, μτφρ. Ανδρέας Σαραντόπουλος, εκδ. Μέλισσα, 1966).
Είναι οι «Νόμοι των περιφράξεων» και οι «Νόμοι περί Αλητείας» στην Αγγλία του 17ουαιώνα, που έδιωχναν τους αγρότες από τα χωράφια τους και καταδίκαζαν σε μαστίγωση και στιγματισμό με πυρωμένο σίδερο τους εργάτες που προσπαθούσαν να ξεφύγουν από την κόλαση των πρώιμων εργοστασίων. Είναι η δουλεία στο Νότο των ΗΠΑ και η ζωή των ανθρακωρύχων στην Αγγλία της Βιομηχανικής Επανάστασης, Είναι οι κατακτητικοί και οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι, η αποικιοκρατία, οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, ο ναζισμός και ο φασισμός.
Απέναντι στην ωμή βία του ταξικού κράτους, οι υπάλληλες τάξεις δεν μπορούν να αρνηθούν τη βία για την υπεράσπιση των συμφερόντων του, πολλώ δε μάλλον όταν παλεύουν για να συγκροτήσουν το δικό τους κράτος. Είναι και σημαδιακή η μέρα σήμερα που δημοσιεύεται αυτό το κείμενο, είναι η επέτειος της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης, που μας δίδαξε δυο πράγματα: τί σημαίνει να κατεβαίνει ο λαός μαζικά στους δρόμους, αλλά και τη χρησιμότητα και το αναπόφευκτο της επαναστατικής βίας. Αλλά η λαϊκή, η επαναστατική βία, για να είναι τελεσφόρα οφείλει να έχει μαζικά χαρακτηριστικά, οργάνωση και καθοδήγηση. Έτσι τελεσφόρησε και η Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση, με την άσκηση της επαναστατικής βίας από τους Γιακωβίνους. Η Ελληνική Επανάσταση δεν έρανε με λουλούδια τους Οθωμανούς ούτε οι Μπολσεβίκοι έμειναν αδρανείς μπροστά στη Λευκή αντίδραση. Και ο ΕΛΑΣ με το όπλο στο χέρι πολέμησε τους κατακτητές και τους ντόπιους συνεργάτες τους…
«Ναι, οι βαρβαρότητες της προόδου ονομάζονται επαναστάσεις. Όταν τελειώνουν, καταλαβαίνουμε τούτο: πως το ανθρώπινο γένος μαστιγώθηκε αλλά προχώρησε μπροστά», γράφει ο Βικτόρ Ουγκό.
Η άσκηση της λαϊκής βίας λοιπόν έχει τα εξής χαρακτηριστικά: στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων, δεν ασκείται τυφλά, αλλά μαζικά και οργανωμένα. Και ακόμα: απαντά στο μεγάλο ερώτημα της Ιστορίας «ποιος – ποιόν». Από ποιόν ασκείται η βία και για ποιο σκοπό. Η βία λοιπόν που «ενυπάρχει στην ιδεολογία της Αριστεράς» σύμφωνα με τον αρθρογράφο των «Νέων», είναι η βία των πολλών απέναντι στους λίγους, είναι η βία των καταπιεσμένων απέναντι στους καταπιεστές, είναι η βία που, όταν έρθει η ώρα, θα εκδηλωθεί με όρους μαζικής εξέγερσης και στοχοπροσήλωσης στο όραμα ενός καλύτερου κόσμου. –
Υ.Γ.1. Πριν απομακρύνει τα χέρια του από το πληκτρολόγιο ο κ. Κανέλλης, το αστικό κράτος φρόντισε να μας υπενθυμίσει – για την περίπτωση που το είχαμε ξεχάσει – ποιος κάνει κουμάντο: ένστολοι υπηρέτες του εκτέλεσαν εν ψυχρώ ένα νευροδιαφορετικό παιδί 20 χρονών, «με το μαγιό και την άμμο στα πόδια», όπως είπε η μάνα του, γιατί δεν σταμάτησε στον έλεγχό τους, ο «στυγνός εγκληματίας»….
Υ.Γ. 2. Παρακολούθησα στην τηλεόραση την παρέλαση της 14ης Ιουλίου στο Παρίσι. Δεν πιστεύουμε στη μετά θάνατο ζωή, αλλά δεν μπορεί να μη μπούμε στον πειρασμό να σκεφτούμε πώς θα αισθανόταν ο πρωτομάστορας της Επανάστασης Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος, αν μπορούσε να δει τη μάζωξη των ιμπεριαλιστικών τεράτων – μαζί και του γελοίου φασίστα τυχοδιώκτη Ζελένσκι – στους δρόμους που τιμήθηκαν από τα ποτάμια των εξεγερμένων του 1789, των «Αβράκωτων» που γεννήθηκαν στα οδοφράγματά τους η «Μασσαλιώτιδα» και η «Διεθνής». Το βέβαιο είναι ότι θα είχε πολύ δουλειά να κάνει…
Δώρα Μόσχου







