Εργατικός Αγώνας

Γερμανία: η αναδιάρθρωση της εργασίας, το κοινωνικό κράτος και οι νέες προτεραιότητες του κεφαλαίου

Η νέα δέσμη μέτρων της κυβέρνησης Μερτς στη Γερμανία για τις αναρρωτικές άδειες αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας των τελευταίων ετών. Παρότι παρουσιάζεται ως τεχνική ρύθμιση με στόχο την αντιμετώπιση της «υπερβολικής απουσίας» εργαζομένων και την ενίσχυση της παραγωγικότητας, στην πραγματικότητα εντάσσεται σε μια ευρύτερη διαδικασία αναδιάρθρωσης του κοινωνικού και εργασιακού μοντέλου στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης.

Με βάση το νέο πλαίσιο, καταργείται η δυνατότητα τηλεφωνικής δήλωσης ασθένειας και θεσπίζεται υποχρεωτική αυτοπρόσωπη επίσκεψη σε γιατρό από την πρώτη ημέρα της ασθένειας, προκειμένου να χορηγηθεί αναρρωτική άδεια. Επίσης καταργείται η προηγούμενη ευχέρεια προσκόμισης της ιατρικής βεβαίωσης σε μεταγενέστερο χρόνο. Η αλλαγή αυτή μετατρέπει ουσιαστικά την αναρρωτική άδεια από μια διαδικασία εμπιστοσύνης και ιατρικής εκτίμησης σε διαδικασία άμεσου διοικητικού ελέγχου.

Η κυβέρνηση αιτιολογεί την παρέμβαση με αναφορά στα υψηλά ποσοστά αναρρωτικών αδειών στη Γερμανία και στην ανάγκη διατήρησης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας βρίσκεται η παραγωγικότητα ως κεντρικό μέγεθος αξιολόγησης όχι μόνο των επιχειρήσεων αλλά και της συμπεριφοράς των εργαζομένων. Η ασθένεια αντιμετωπίζεται μέσα από το πρίσμα του κόστους και της απώλειας παραγωγικού χρόνου, και όχι ως καθαρά κοινωνικό και υγειονομικό γεγονός.

Η πρακτική συνέπεια απάνθρωπη. Ο εργαζόμενος καλείται από την πρώτη ημέρα να αποδείξει την κατάσταση της υγείας του μέσω φυσικής παρουσίας σε ιατρείο, ακόμη και σε περιπτώσεις ήπιας ή μεταδοτικής ασθένειας. Το αποτέλεσμα είναι αφενός η επιβάρυνση των δομών πρωτοβάθμιας υγείας και αφετέρου η μετατόπιση του βάρους της ασθένειας από την κοινωνική προστασία σε ατομική ευθύνη.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι εργοδοτικές ενώσεις αντιμετωπίζουν θετικά τις αλλαγές, καθώς ενισχύουν τη διαθεσιμότητα της εργασίας και περιορίζουν τις απουσίες. Αντίθετα, τα συνδικάτα κάνουν λόγο για «κλιμακούμενη καχυποψία» απέναντι στους εργαζόμενους και για μια συνολικότερη μεταβολή των εργασιακών σχέσεων.

Παράλληλα, ο ιατρικός κόσμος προειδοποιεί για σημαντική αύξηση της πίεσης στο σύστημα υγείας. Περιπτώσεις που δεν απαιτούν ιατρική παρέμβαση θα οδηγούν υποχρεωτικά σε επισκέψεις σε γιατρούς, αυξάνοντας τον φόρτο εργασίας και τους χρόνους αναμονής, σε ένα ήδη πιεσμένο σύστημα πρωτοβάθμιας περίθαλψης.

Οι αλλαγές στις αναρρωτικές άδειες αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου πακέτου «μεταρρυθμίσεων» που περιλαμβάνει  την αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης από τα 67 στα 70 έτη, παρεμβάσεις στη φορολογία, καθώς και αναδιοργάνωση της αγοράς εργασίας με στόχο τη βελτίωση της οικονομικής απόδοσης. Το σύνολο αυτών των μέτρων δείχνει μια σταδιακή αναπροσαρμογή του κοινωνικού μοντέλου προς αυστηρότερα κριτήρια κόστους – απόδοσης και δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Οι εξελίξεις αυτές δεν μπορούν να εξεταστούν απομονωμένα από το ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας, ανακατεύθυνση βιομηχανικών πόρων και προσαρμογή των κρατικών προϋπολογισμών σε συνθήκες χαμηλότερης ανάπτυξης και πολεμικής προετοιμασίας. Στο πλαίσιο αυτό, η δημοσιονομική πολιτική και η αγορά εργασίας αναπροσαρμόζονται.

Το μεταπολεμικό δυτικο-ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, το οποίο στηρίχθηκε σε μια σχετική ισορροπία ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο και στην ανάπτυξη εκτεταμένων κοινωνικών παροχών, εμφανίζει πλέον σαφείς τάσεις αναδιάρθρωσης. Οι κοινωνικές δαπάνες, οι εργασιακές ρυθμίσεις και οι ασφαλιστικές παροχές επανεξετάζονται υπό το πρίσμα της οικονομικής αποδοτικότητας και των νέων στρατηγικών προτεραιοτήτων των ιμπεριαλιστικών κρατών.

Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία ιστορικά διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη συγκρότηση και εδραίωση αυτού του κοινωνικού κράτους στη μεταπολεμική Δυτική Ευρώπη. Το μοντέλο αυτό αναπτύχθηκε σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο υψηλής ανάπτυξης, ανασυγκρότησης και ταξικών συμβιβασμών, όπου η αύξηση της παραγωγικότητας και η διεύρυνση της καπιταλιστικής συσσώρευσης επέτρεπαν την επέκταση κοινωνικών παροχών και δικαιωμάτων στις χώρες αυτές.

Ωστόσο, το κοινωνικό κράτος δεν υπήρξε ποτέ ένα σταθερό ή ουδέτερο θεσμικό πλαίσιο. Αποτελούσε προϊόν συγκεκριμένων κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών δύναμης, οι οποίοι καθόριζαν τόσο την επέκταση όσο και τα όριά του. Με την αλλαγή αυτών των συσχετισμών, ιδίως από τη δεκαετία του 1980 και μετά, η ίδια η σοσιαλδημοκρατία σε πολλές χώρες προχώρησε σε πολιτικές νεοφιλελεύθερης προσαρμογής, οι οποίες περιλάμβαναν περιορισμούς κοινωνικών δαπανών, ευελιξία στην εργασία και μεταρρυθμίσεις στο ασφαλιστικό.

Το μοντέλο που σε μεγάλο βαθμό οικοδομήθηκε στη μεταπολεμική περίοδο βρίσκεται σήμερα υπό επανεξέταση, καθώς οι προτεραιότητες των ιμπεριαλιστικών κρατών μετατοπίζονται προς την οικονομία πολέμου.

Από αυτή την οπτική, η συζήτηση για το μέλλον του κοινωνικού κράτους στην Ευρώπη αφορά τον συνολικό ιστορικό συσχετισμό ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο, όπως αυτός διαμορφώνεται σε κάθε περίοδο.

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email
Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη
Εργατικός Αγώνας