Εργατικός Αγώνας

Η αναθεώρηση της πρόσφατης ιστορίας του ΚΚΕ για τη δικαιολόγηση της σημερινής πολιτικής του (μέρος δεύτερο)

Γράφει ο Γεράσιμος Αραβανής

Η διαμόρφωση της τακτικής, ο συνυπολογισμός της συγκυρίας

Η τακτική με βάση το μαρξισμό δεν είναι απλώς προέκταση της στρατηγικής, σταθερή παντού και πάντα μέχρι την επανάσταση, όπως την αντιλαμβάνεται το ΚΚΕ. Η τακτική πρέπει να υπηρετεί τη στρατηγική, να ωριμάζει τις προϋποθέσεις της επαναστατικής ανατροπής. Όμως, δεν μπορεί να είναι άμεση προβολή του στρατηγικού στόχου. Παρεμβάλλονται οι -κάθε φορά- επικρατούσες συνθήκες που λαμβάνονται υπόψη και επανακαθορίζουν την τακτική, όταν υπάρχουν φυσικά ποιοτικές διαφοροποιήσεις. Η αλλαγή των αντικειμενικών δεδομένων απαιτεί αλλαγή στη γραμμή της πάλης, στους στόχους ακόμη και στις συμμαχίες, ή τουλάχιστον στις τακτικές συνεργασίες.

Για το ζήτημα αυτό το άρθρο αναφέρει: Σε αυτές τις συνθήκες γρήγορα ενισχύονται και συνειδητά προωθούνται από θύλακες του αστικού συστήματος οι πιέσεις για συμβολή του ΚΚΕ στον φραγμό της φασιστικής ανόδου με την ανοχή τις πιο αντιδραστικής πτέρυγας της Νέας Δημοκρατίας, της αυταρχικότητας με ένταση της καταστολής, ή ακόμη μπροστά σε μία ξένη απειλή- εισβολή. Σε αυτή την κατεύθυνση συμβάλλει και η στάση κάποιων δυνάμεων, κυρίως μικροαστικών αλλά με ρίζες ή σχέσεις με το κομμουνιστικό κίνημα και υποδεικνύει την ταξική μελέτη της ιστορίας του κόμματος και του Διεθνούς Κομμουνιστικού κινήματος για να αντιμετωπίζει το ΚΚΕ τέτοιες πιέσεις.

Το ερώτημα είναι σαφές: πρέπει το ΚΚΕ να αγωνιστεί εναντίον της φασιστικής ανόδου,  για την αποφασιστική αντιμετώπιση του αυταρχισμού,  για την  αντιμετώπιση ξένης εισβολής; Με ποια τακτική και ποια συνθήματα; Μήπως πρέπει να συνεχίσει με την ίδια τακτική που εφάρμοζε  πριν από αυτές τις εξελίξεις, την οποία περιγράφει το κομματικό πρόγραμμα ως συσπείρωση γύρω από το κόμμα και αγώνες για την προώθηση της στρατηγικής του; Συγκεκριμένα παραδείγματα στην χώρα μας υπάρχουν πλείστα. Ας δούμε όμως την αντιμετώπιση της δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967. Έπρεπε να τροποποιήσει  την τακτική που εφάρμοζε ή να συνεχίσει τους αγώνες του όπως πριν; Το ΚΚΕ σήμερα αποδέχεται τη δεύτερη εκδοχή. Αυτό αναφέρει η αρθρογράφος μεμφόμενη το γεγονός ότι στη δικτατορία το ΚΚ πήγε σε συνεργασία με αστικές δυνάμεις όπως η Ένωση Κέντρου και το ΠΑΚ. Το παρουσιάζει, μάλιστα, ως προϊόν της σταδιοποιημένης στρατηγικής που ακολουθούσε το Κόμμα μέχρι τότε. Χωρίς στάδια στη στρατηγική του το ΚΚΕ έπρεπε να αντιπαλέψει τη δικτατορία; Χωρίς συμμαχίες; Χωρίς κεντρικό στόχο την ανατροπή της;

Η επιβολή δικτατορικού καθεστώτος είναι μια μεγάλη αντιδραστική τομή στο χαρακτήρα της εξουσίας του κεφαλαίου. Επιδρά βαθιά στη ζωή, στα δικαιώματα, στους αγώνες  και γενικά στους όρους ανάπτυξης της ταξικής πάλης. Ευαισθητοποιεί πολύ ευρύτερα εργατικά και μικροαστικά στρώματα  ακόμη και κάποια  αστικά  τμήματα και τμήματα του πολιτικού προσωπικού της αστικής τάξης και κατά συνέπεια τη διαμόρφωση ευρύτερων συμμαχιών. Τίθεται, λοιπόν, με βάση όλα τα παραπάνω το ερώτημα: Πρέπει να τεθεί άμεσος στόχος ανατροπής της δικτατορίας και να προσαρμοστεί σε αυτό το στόχο το περιεχόμενο της πάλης και ευρύτερα των συνεργασιών ή όχι; Η απάντηση είναι προφανής, η ανατροπή της δικτατορίας είναι το πιο άμεσο καθήκον.

Παράλληλα το ΚΚΕ έπρεπε να προωθήσει τη στρατηγική του, να μην περιοριστεί στη δράση για την ανατροπή της δικτατορίας και να τη διαδεχτεί μια αστική κυβέρνηση. Ως εκ τούτου έπρεπε ο αγώνας εναντίον της δικτατορίας να δυναμώνει το ΚΚΕ, να συνειδητοποιεί ευρύτερα τμήματα της εργατικής τάξης και του λαού, να δυναμώνει το κίνημα και να συνδεθεί ο αγώνας αυτός με την επαναστατική εξουσία όπως περιλαμβάνονταν στο πρόγραμμα του. Η λύση αυτή δόθηκε με την πολιτική πρόταση για τη Νέα Δημοκρατία, μια εξουσία αντιιμπεριαλιστική – δημοκρατική που προσέγγιζε την επαναστατική διαδικασία. Που βρίσκεται σ’ αυτό το λάθος;

Το άρθρο αναφέρει μεταξύ άλλων και την περίπτωση εισβολής εχθρικής δύναμης στη χώρα και την πίεση που θα δεχθεί το κομμουνιστικό κόμμα για την αντιμετώπισή της. Ποια θα πρέπει να είναι τότε η στάση του Κομμουνιστικού Κόμματος; Να ηγηθεί στην αυτοτελή οργάνωση της λαϊκής πάλης σε όλες τις μορφές ώστε να συνδεθεί αυτή με τον αγώνα για ολοκληρωτική ήττα της αστικής τάξης εγχώριας και ξένης ως εισβολέα, έμπρακτα να συνδεθεί με την κατάκτηση της εξουσίας. Με πρωτοβουλία και καθοδήγηση του κόμματος να συγκροτηθεί εργατικό λαϊκό μέτωπο με όλες τις μορφές δράσης με σύνθημα: ο λαός θα δώσει την ελευθερία και τη διέξοδο από το καπιταλιστικό σύστημα που φέρνει τον πόλεμο και την Ειρήνη με το πιστόλι στον κρόταφο, αναφέρει το πρόγραμμα του κόμματος. Μια τέτοια πολιτική δεν θα είναι τυχοδιωκτική; Δε θα το οδηγήσει στην απομόνωση από το λαό, αφού, παρότι  υπάρχει εισβολέας στη χώρα, το κομμουνιστικό κόμμα θα ρίχνει άμεσα το σύνθημα ανατροπής της κυβέρνησης του κεφαλαίου;  Ή μήπως το κομμουνιστικό κόμμα και το εργατικό κίνημα διατηρώντας την ανεξαρτησία τους απέναντι στην αστική τάξη να αγωνιστούν για την απόκρουση της εισβολής διαμορφώνοντας μέσα από τη δράση αυτή και την ανάπτυξη  του κινήματος τους, τους όρους για την διεκδίκηση της εξουσίας με τη λήξη της επίθεσης; Ο Νίκος Ζαχαριάδης έδωσε την απάντηση στο ερώτημά αυτό στις 31 Οκτώβρη 1940 καλώντας τον εργαζόμενο λαό να  διεξάγει απελευθερωτικό αγώνα ενάντια στο φασισμό του Μουσολίνι και ως έπαθλο και επιστέγασμα  αυτού του αγώνα θα είναι μια καινούργια Ελλάδα της δουλειάς, της λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική εξάρτηση και από κάθε εκμετάλλευση, με ένα πραγματικά παλλαϊκό  πολιτισμό. Το ΚΚΕ σήμερα δεν δέχεται το γράμμα αυτό του Νίκου  Ζαχαριάδη που αποτελεί λαμπρή παρακαταθήκη, αντίθετα προβάλλει τη θέση που προαναφέραμε, η οποία στην πράξη παραμερίστηκε πάντως γρήγορα -χωρίς ποτέ να καταργηθεί- παρότι η αποδοχή της από την εργατική τάξη και το λαό ήταν μηδαμινή.

Η τακτική είναι ευέλικτη, ακολουθεί την εξέλιξη των αντικειμενικών συνθηκών, φτάνει βέβαια να μην αποδεσμεύεται από την προώθηση των προϋποθέσεων του στρατηγικού στόχου.

Ο κυβερνητισμός του ΚΚΕ

Η αρθρογράφος κατηγορεί τον ΚΚΕ της περιόδου αυτής   1974- 1991 ότι πάσχει από άκρατο κυβερνητισμό. Διαρκώς αναζητεί εκλογική και κυρίως ευρύτερη πολιτική συνεργασία με αριστερές δυνάμεις ξεκινώντας από την Ενωμένη Αριστερά, το συνασπισμό αλλά και με άλλες αστικές δυνάμεις όπως το ΠΑΣΟΚ για να συγκυβερνήσει… το ΚΚΕ αναζητούσε να διαδραματίσει ρόλο στη διακυβέρνηση της χώρας, αναφέρει. Αυτό ήταν το ΚΚΕ, λοιπόν; Ένα κόμμα και μια ηγεσία που εναγωνίως αναζητούσε κυβερνητικά έδρανα; Δεν θέλει καν να σκεφτεί η αρθρογράφος ότι ο στόχος του 17% κυρίως επιδίωκε την ενίσχυση του ΚΚΕ απέναντι στο ΠΑΣΟΚ στην προσπάθειά του να παρεμποδίσει την αυτοδυναμία του, ή ότι το σύνθημα αλλαγή με κατεύθυνση το σοσιαλισμό δεν είναι έκφραση της πρεμούρας για συμμετοχή στην κυβέρνηση αλλά αναζήτηση μιας στρατηγικής, προφανώς όχι της πλέον σωστής, για την προσέγγιση στη επαναστατικής διαδικασίας μέσω μιας  πρότασης για ένα συνασπισμό που θα διεκδικήσει την πλειοψηφία του λαού και την κυβέρνηση. Μπορεί αυτή η πολιτική να είχε και όντως είχε προβλήματα, να έκανε εκπτώσεις π.χ. στο θέμα της ΕΟΚ ή ότι έβλεπε την ανάδειξη της κυβέρνησης αυτής περίπου ως αναγκαιότητα. Δεν ήταν, όμως, αποτέλεσμα της αγωνίας για συμμετοχή στην κυβέρνηση.

Βασική αιτία κατά την αρθρογράφο -πλην του κυβερνητισμού- είναι ότι η επαναστατική διαδικασία του περιλάμβανε στάδια. Η κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού έχει γίνει εμμονή στην ηγεσία του ΚΚΕ. Τα βαφτίζει όλα στάδια. Ακόμη και την προβολή ενός πλαισίου πολιτικών στόχων πάλης που ολοκληρωμένα δεν μπορούν να υλοποιηθούν εντός του καπιταλισμού.

Είναι αλήθεια ότι οι κομμουνιστές δεν πρέπει να επιδιώκουν την κυβέρνηση για να διαχειριστούν την κρίση του  καπιταλιστικού συστήματος. Σε αυτό δεν πρέπει να υπάρχει δεύτερη γνώμη. Μπορεί όμως κάποιος να αποκλείσει ότι σε συγκεκριμένες, λίγες είναι αλήθεια περιπτώσεις, είναι δυνατή η κατάκτηση της κυβέρνησης και η αξιοποίηση της για την προώθηση εξελίξεων προς την επαναστατική ρήξη; Η κυβέρνηση αυτή δεν είναι προφανώς νομοτέλεια και ιστορικά αυτό έχει σε λίγες περιπτώσεις υπάρξει. Η άρνηση μιας τέτοιας εξέλιξης μπορεί να σημάνει την απεμπόληση μιας δυνατότητας να ανοίξει ο δρόμος προς την επαναστατική ανατροπή. Τέτοιες δυνατότητες δεν παρουσιάζονται κάθε μέρα. Η ίδια η Αλέκα Παπαρήγα υπερασπίζοντας τη θέση για πιθανότητα κυβέρνησης αντιμονοπωλιακής αντιιμπεριαλιστικής μέσω κοινοβουλευτικών διαδικασιών σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει σήμερα έλεγε: “όσο αφορά την κυβέρνηση μέσα από εκλογικές διαδικασίες δεν θα αποποιηθούμε τον καρπό ενός συσχετισμού, γιατί δεν έχει το βάθος που θέλουμε. Να έχουμε καθαρό: δεν  πρόκειται για μία απλή εκλογική νίκη, είναι κάτι παραπάνω, αλλά ταυτόχρονα πολύ λιγότερο από μία πραγματική εξουσία”.

Σε μία τέτοια περίπτωση οι κομμουνιστές πρέπει να ζυγίζουν πολύ καλά τα δεδομένα αν θα πολεμήσουν μία τέτοια κυβέρνηση, αν θα την ανεχθούν, θα την ψηφίσουν ή θα συμμετάσχουν σε αυτή.

Η Κομμουνιστική Διεθνής εξέτασε το ζήτημα μιας τέτοιας εργατικής κυβέρνησης, κυβέρνησης του ενιαίου εργατικού μετώπου και έδωσε συγκεκριμένες κατευθύνσεις όσο αφορά τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την υποστήριξη μιας τέτοιας Κυβέρνησης. Βασική προϋπόθεση είναι ο συσχετισμός δύναμης μεταξύ των αστικών δυνάμεων και του μπλοκ των εργατικών δυνάμεων. Το εργατικό κίνημα και η πρωτοπορία του το κομμουνιστικό κόμμα πρέπει να είναι ιδιαίτερα ισχυρό και η αστική τάξη να έχει σημαντικές δυσκολίες τόσο που να εμφανίζεται μία ισορροπία δυνάμεων ώστε το αίτημα της εργατικής Κυβέρνησης να εμφανίζεται ως πολιτική ανάγκη, να βγαίνει μέσα από τους αγώνες των ίδιων των μαζών και να στηρίζεται πάνω σε εργατικά όργανα κατάλληλα για αυτόν τον αγώνα και πλαισιωμένα από ευρύτατα στρώματα των καταπιεσμένων εργατικών μαζών, σημειώνει η Κομιντέρν. Προσέθετε επίσης το εξής: μία εργατική κυβέρνηση που θα προκύπτει από ένα κοινοβουλευτικό συνδυασμό, μπορεί επίσης να δώσει την   ευκαιρία να αναζωογονηθεί το επαναστατικό κίνημα.

Άρτια επίσης είναι η διατύπωση του περιλαμβάνεται στο πρόγραμμά του ΚΚΕ που ψήφισε το 15ο συνέδριο. Σε συνθήκες ταξικών αναμετρήσεων και μεγάλης φθοράς στην επιρροή των αστικών κομμάτων και των Συμμάχων τους, αναφέρει,  μπορεί να προκύψει κυβέρνηση αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δυνάμεων, με βάση το κοινοβούλιο χωρίς να έχουν διαμορφωθεί ακόμα οι όροι για το επαναστατικό πέρασμα. Η δρομολόγηση κυβέρνησης που στοχεύει στην ανακούφιση του λαού, ενάντια στο πολυεθνικό κεφάλαιο, την εξάρτηση και τη συμμετοχή της χώρας στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, είναι δυνατόν να συσπειρώνει και να πείθει για την ανάγκη γενικότερης ρήξης. Το ΚΚΕ επιδιώκει μία τέτοια κυβέρνηση με τη δράση της και τη γενικότερη λαϊκή παρέμβαση να συμβάλει στην έναρξη της επαναστατικής διαδικασίας.

Για όλα φταίνε τα στάδια, ή για το 1944 φταίει το 1934

Η ηγεσία του ΚΚΕ χρεώνει όλα τα  δεινά και τις ήττες του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα και σε ολόκληρη την Ευρώπη στην θέση για στάδια που είχαν στη στρατηγική τους τα κομμουνιστικά κόμματα. Είναι βέβαια άξιο απορίας γιατί αυτή η επιμονή, όταν σήμερα καμία πολιτική δύναμη δεν επιμένει σε μία τέτοια στρατηγική.

Για στάδια στην επαναστατική διαδικασία και στις  συνθήκες στις οποίες ενδείκνυνται,  πρώτος μίλησε ο Μαρξ στην προσφώνησή της Κεντρική Επιτροπή στην Ένωση των Κομμουνιστών μετά την Επανάσταση του 1948-1950. Στη Γερμανία όπως και στη Γαλλία τότε και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής ήταν ακόμα μία νησίδα μέσα στο πέλαγος των συμφερόντων και των αντιθέσεων μεταξύ των υπολοίπων τάξεων της κοινωνίας. Εκτός του Παρισιού που είχε μία ορισμένη βιομηχανική ανάπτυξη η βιομηχανία και το προλεταριάτο ήταν διασκορπισμένη σε σκόρπια σημεία και χάνεται σε μία μεγάλη πλειοψηφία από αγρότες και μικροαστούς. Η πάλη ενάντια στο κεφάλαιο, η πάλη του μισθωτού εργάτη ενάντια στο βιομήχανο αστό είναι στη Γαλλία ένα μερικό γεγονός που ύστερα από τις μέρες του Φλεβάρη μπορούσε τόσο λιγότερο να δώσει το εθνικό περιεχόμενο της Επανάστασης,  όσο η πάλη ενάντια στους  δευτερεύοντες τρόπους εκμετάλλευσης του κεφαλαίου, η πάλη του αγρότη ενάντια στην τοκογλυφία και στις υποθήκες, του μικροαστού ενάντια στο μεγαλέμπορο, τον τραπεζίτη και τον εργοστασιάρχη. Η Γαλλική εργατική τάξη δεν βρίσκονταν στη  αντίστοιχη θέση, ήταν ακόμη ανίκανη να πραγματοποιήσει τη δική της επανάσταση, γράφει στο έργο του Ταξικοί αγώνες στη Γαλλία.

Σε αυτές τις συνθήκες, αδυναμίας της εργατικής τάξης να προχωρήσει αυτοτελώς προς τη σοσιαλιστική επανάσταση, διαμορφώθηκε η στρατηγική μιας επανάστασης που θα ηγηθούν οι εργάτες από κοινού με αγρότες και μικροαστούς της πόλης. Από τη νίκη της θα προέλθει η Λαοκρατική Δημοκρατία, μια εξουσία της εργατικής και της μικροαστικής τάξης ως μεταβατική εξουσία σε αντιπαράθεση με την κοινοβουλευτική Δημοκρατία.

Ο Λένιν στις αρχές του 20ου αιώνα εκτιμά ότι  στη Ρωσία ωριμάζει αστικοδημοκρατική επανάσταση, ότι η εργατική τάξη παρότι ποσοστιαία στη χώρα αυτή ήταν πολύ μικρή αριθμητικά ήταν καλά οργανωμένη, ταξικά προσανατολισμένη και με μεγάλες επαναστατικές εμπειρίες μετά την Επανάσταση του 1905. Γι’ αυτό μπορούσε να ηγηθεί αυτής της Επανάστασης μαζί με το σύνολο των αγροτών απομονώνοντας την αστική τάξη με στόχο την κατάληψη της εξουσίας και την εγκαθίδρυση εξουσίας των εργατών από κοινού με τους αγρότες, της Δημοκρατικής δικτατορίας του Προλεταριάτου και της Αγροτιάς. Στην πορεία και στο βαθμό που οι εξελίξεις το επέτρεπαν – ηγετικός ρόλος της εργατικής τάξης και του κόμματος της, ισχυρή η κοινωνική συμμαχία με την πλειοψηφία των  φτωχότερων αγροτών- θα επακολουθήσει το δεύτερο στάδιο της Επανάστασης το σοσιαλιστικό. Αυτή είναι η  προϊστορία της στρατηγικής της Επανάστασης με δύο στάδια.  Την στρατηγική αυτή πρόκρινε η Κομιντέρν για τις χώρες με μέσο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, όπως η Ελλάδα.

Ισχυρίζεται η αρθρογράφος ότι η στρατηγική αυτή ευθύνεται που σε χώρες που είχαν επαναστατικές συνθήκες μετά τον Α’ και το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν εκδηλώθηκαν νικηφόρες επαναστάσεις. Για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει καμία βάση. Στη Ρωσία που ξέσπασε επανάσταση εφαρμόστηκε η στρατηγική των μπολσεβίκων που περιλάμβανε δύο στάδια, το αστικοδημοκρατικό και το σοσιαλιστικό, και στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Στις υπόλοιπες χώρες όπως στη Γερμανία, την  Ουγγαρία, τη Φιλανδία κλπ παρά την ύπαρξη επαναστατικής κατάστασης δεν υπήρχαν  οι υποκειμενικές προϋποθέσεις και κυρίως δεν υπήρχαν ή ήταν εξαιρετικά αδύναμα τα κομμουνιστικά κόμματα.

Όσο για τις εξελίξεις μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο καθόλου δεν έφταιξε η στρατηγική αυτή. Μπορεί να βρει κανείς πολλές αιτίες με κυριότερες την αδυναμία των κομμουνιστικών κομμάτων να συλλάβουν το συσχετισμό δύναμης και τις δυνατότητες που έδινε, η ύπαρξη  πολύ ισχυρών αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στις χώρες αυτές και γενικότερα στην Ευρώπη, η εμφάνιση αντιλήψεων σχετικά με την κοινοβουλευτική εξέλιξη προς το σοσιαλισμό μέσω της αξιοποίησης του αστικού κράτους χωρίς την καταστροφή του. Απόψεις που μετά από 30 χρόνια επεκράτησαν ολοκληρωτικά στην Ιταλία στη Γαλλία κλπ.  Στην Τσεχοσλοβακία η επανάσταση έγινε μέσω μιας εξελικτικής πορείας από κυβέρνηση Εθνικής ενότητας σε δικτατορία του προλεταριάτου κάτω από την πίεση ενός ισχυρότατου εργατικού κινήματος και του Κομμουνιστικού Κόμματος. Εκεί υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις. Το κομμουνιστικό κόμμα Τσεχοσλοβακίας είχε ξεκάθαρο σχέδιο και επεξεργασμένη πολιτική. Όσο για την επιτυχημένη  γιουγκοσλαβική επανάσταση και εκεί το ΚΚΓ είχε πρόγραμμα με στάδια.

Αλλά και στην Ελλάδα που έχει γίνει πλέον καραμέλα ότι για το 1944 έφταιξε το 1934, δηλαδή η στρατηγική με δύο στάδια στην ενιαία επαναστατική διαδικασία που αποφασίστηκε το 1934, ένα στάδιο αστικοδημοκρατικό που γρήγορα θα μετεξελιχθεί σε σοσιαλιστικό, δεν ήταν αυτή η αιτία της αποτυχίας. Με αυτή την πολιτική το ΚΚΕ πάλεψε μετά το 1934, στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και στην κατοχή. Τα αποτέλεσμα είναι γνωστά.  Μέσα από τον αγώνα αυτόν μπόρεσε να διαμορφώσει όλες τις προϋποθέσεις για την κατάληψη της εξουσίας, την ενότητα σε επαναστατική βάση της εργατικής τάξης και τη συμμαχία της με τους αγρότες και τους μικροαστούς της πόλης, τη δημιουργία  λαϊκοδημοκρατικών κρατικών δομών στην Ελεύθερη Ελλάδα, ένα πολυπληθή και αξιόμαχο στρατό, ένα πανίσχυρο κόμμα και μία πανίσχυρη πολιτική και κοινωνική συμμαχία. Δηλαδή, όλα όσα η στρατηγική για την κατάληψη της εξουσίας απαιτούσε. Επρεπε ακριβώς αυτό να ήταν το πρώτο βήμα του μετά την απελευθέρωση. Δεν εμπόδισε καθόλου η στρατηγική του, αντίθετα αυτό απαιτούσε. Το γιατί δεν εξελίχθηκαν τα πράγματα κατ’ αυτό τον τρόπο είναι μια άλλη συζήτηση. Δεν έφταιξε, όμως, το 1934. Η επιμονή της ηγεσίας του ΚΚΕ ότι φταίνε τα στάδια για όλα συσκοτίζει την πραγματικότητα, εμποδίζει να λάμψει η αλήθεια και δικαιώνει τις ανιστόρητες και καταστροφικές θεωρητικές αντιλήψεις του τροτσκισμού.

 

Είναι το 19ο συνέδριο ολοκλήρωση του 15ου;  

Τα κομματικά κείμενα παρουσιάζουν τα συνέδρια από το 1991 και εντεύθεν ως μία συνεχή προσπάθεια απαλλαγής του κόμματος και του προγράμματος του από όλα τα ρεφορμιστικά και δεξιά λάθη και αποκατάσταση  των επαναστατικών χαρακτηριστικών του.

Το 14ο  συνέδριο που συγκλήθηκε το Δεκέμβριο του 1991 είχε ως στόχο αφενός την ανασυγκρότηση του κόμματος που είχε υποστεί πολύ μεγάλα πλήγματα από δύο απανωτές διασπάσεις και αφετέρου να δώσει απαντήσεις σε πολύ σοβαρά ιδεολογικά και πολιτικά ζητήματα που είχαν ανακύψει.  Εξέτασε τη δημιουργία και την εξέλιξη του Συνασπισμού ως την αποχώρηση του ΚΚΕ από αυτόν και έδωσε σωστά -κατά βάση- συμπεράσματα και πείρα, έχει μία πολύ θετική συνεισφορά.

Το 15ο συνέδριο ψήφισε κομματικό πρόγραμμα το οποίο -παρά τις αδυναμίες που παρουσιάζει- έδωσε πνοή στο κόμμα, βελτίωσε τη δράση του και έδωσε σημαντικά αποτελέσματα σε όλους τους τομείς, στη συνδικαλιστική επιρροή του, στην εκλογική επιρροή, αποκαταστάθηκε το κύρος και η επιρροή του στο λαό.

Το πρόγραμμα του 15ου συνεδρίου γείωσε  τη δράση του κόμματος πάνω στα οξυμένα προβλήματα της χώρας και του λαού σε όλους τους τομείς και στην ανάπτυξη του κινήματος και των αγώνων. Διακήρυξε ότι η επαναστατική αλλαγή θα έχει σοσιαλιστικό χαρακτήρα και καθόρισε την κατεύθυνση της δράσης για την ωρίμανση των υποκειμενικών προϋποθέσεων ως αντιιμπεριαλιστική – αντιμονοπωλιακή που ως όχημα της θα έχει ένα κοινωνικοπολιτικό μέτωπο. Το μέτωπο αυτό εκφράζει μια ευρύτερη κοινωνική βάση πέρα από την εργατική τάξη, εκφράζει τα συμφέροντα της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού που υφίσταται την εκμετάλλευση από την κυριαρχία των μονοπωλίων και των ιμπεριαλιστικών οργανισμών. Η πορεία διαμόρφωσης του μετώπου είναι εξελικτική. Στην αρχική φάση του συσπειρώνει κυρίως κοινωνικές δυνάμεις,  που στους διάφορους τομείς συγκροτούν επιμέρους μέτωπα τα οποία συγκλίνουν σε ένα ισχυρό λαϊκό ρεύμα. Το μέτωπο συγκροτείται επίσης από πολιτικές δυνάμεις που αγωνίζονται εναντίον των μονοπωλίων και του ιμπεριαλισμού. Σε αυτή την κατεύθυνση άμεσα οι κομματικές δυνάμεις έδρασαν και διαμορφώθηκε η συνεργασία με δυνάμεις του ΔΗΚΚΙ  σε διάφορα μέτωπα.

Το πρόγραμμα του αντιιμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού μετώπου περιλάμβανε, πέραν των άμεσων διεκδικήσεων, ένα πλαίσιο πολιτικών στόχων με στρατηγική σημασία που συγκρούονται με τους σχεδιασμούς της αστικής τάξης και απειλούσαν την κυριαρχία της. Συνολικά η υλοποίηση του υπερβαίνει τον καπιταλισμό, απαιτεί εξουσία της εργατικής τάξης και των συμμάχων της.

Τέτοιοι στόχοι ήταν:

Η αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η απεμπλοκή από το πλέγμα της εξάρτησης, η αποχώρηση από το ΝΑΤΟ και η απομάκρυνση των βάσεων, η αντιμετώπιση της ανεργίας και  η πάλη εναντίον σημαντικών  πλευρών της εκμετάλλευσης της εργασίας, όπως η μείωση των ωρών εργασίας, η δράση εναντίον των συμφωνιών που υποθηκεύουν τις αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας, η  πάλη εναντίον της Κοινής Αγροτικής πολιτικής και η ενίσχυση των συνεταιρισμών, ο αγώνας για ένα δίκαιο κοινωνικά φορολογικό σύστημα κλπ.

Ως στόχος του μετώπου δεν τέθηκε η εξουσία, στην οποία θα κατευθύνει τη δράση του. Γινόταν όμως αναφορά σε δύο εκδοχές των εξελίξεων κατά την επαναστατική περίοδο. Η πρώτη ήταν ο σχηματισμός κυβέρνησης του μετώπου, όταν είχε ήδη αρχίσει η επαναστατική κρίση και η δεύτερη πιθανότητα σχηματισμού Κυβέρνησης με βάση το κοινοβούλιο και προσδιόρισε ποια θα ήταν η στάση του ΚΚΕ στην περίπτωση αυτή. Συγκεκριμένα ανέφερε:

Σε συνθήκες ταξικών αναμετρήσεων και μεγάλης φθοράς στην επιρροή των αστικών κομμάτων και των συμμάχων τους, μπορεί να προκύψει κυβέρνηση αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δυνάμεων, με βάση το κοινοβούλιο χωρίς να έχουν διαμορφωθεί ακόμη οι όροι για το επαναστατικό πέρασμα. Η δρομολόγηση κυβερνητικών μέτρων που στοχεύουν στην ανακούφιση του λαού ενάντια στο πολυεθνικό κεφάλαιο, την εξάρτηση και τη συμμετοχή της χώρας στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, είναι δυνατόν να συσπειρώνει και να πείθει για την ανάγκη γενικότερης ρήξης. Το ΚΚΕ επιδιώκει μία τέτοια κυβέρνηση, με τη δράση και την γενικότερη λαϊκή παρέμβαση, να  συμβάλει στην έναρξη της επαναστατικής διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση ο αποφασιστικός παράγοντας θα είναι η ενότητα της εργατικής τάξης,  η κατάκτηση του ηγετικού καθοδηγητικού ρόλου της, καθώς και του κόμματος της στο μέτωπο.

Στο επόμενο συνέδριο, το 16ο  έγινε μία πολύ σημαντική τομή που αλλοίωσε το χαρακτήρα του μετώπου και την κατεύθυνση της πάλης. Τέθηκε ως τελικός στόχος του μετώπου η Λαϊκή Εξουσία και η λαϊκή οικονομία, η οποία ταυτιζόταν με τη δικτατορία του προλεταριάτου. Πλέον το μέτωπο διαμορφώνεται  σε ένα φορέα που θα αγωνιζόταν για την επανάσταση και το σοσιαλισμό και βέβαια θα συγκέντρωνε κομμουνιστικές δυνάμεις και όσους είχαν ήδη αποδεχθεί αυτούς τους στόχους και θα διαρρήγνυε τους δεσμούς του με ευρύτερους αγωνιστές.

Μέσω μικρότερων τροποποιήσεων στο 17ο και περισσότερο στο 18ο συνέδριο φτάσαμε στο 19ο συνέδριο που ψήφισε το ισχύον πρόγραμμα του κόμματος. Η κοινωνική συμμαχία εννοείται πλέον ως κοινή δράση φορέων και συσπειρώσεων που ανήκουν στην επιρροή του ΚΚΕ, οι πολιτικές συμμαχίες αποκλείονται ρητά, όπως προαναφέραμε. Αναφορά  στην τακτική  που το κόμμα   και το εργατικό κίνημα θα ακολουθήσουν δεν γίνεται και το πρόγραμμα τοποθετείται για την περίοδο από την επανάσταση ως τη δημιουργία της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Το κόμμα αναπτύσσει δράση για τα άμεσα προβλήματα των εργαζομένων και της χώρας προβάλλοντας συγκεκριμένα οικονομικά και άλλα  άμεσα αιτήματα, απουσιάζει όμως οποιοδήποτε πλαίσιο θέσεων που να συνδέει τις άμεσες διεκδικήσεις με την επανάσταση. Όλο εκείνο το πλέγμα των διεκδικήσεων που περιείχε το 15ο συνέδριο έχει παραληφθεί με βάση τη λογική ότι οδηγεί στο ρεφορμισμό και την ενσωμάτωση. Μεταξύ του προγράμματος που ψήφισε το 15ο συνέδριο και του ισχύοντος μεσολαβεί χάος.

Όσες αδυναμίες κι αν προσάψει κανείς στο 15ο συνέδριο -και είχε αδυναμίες-  δεν παύει να είναι ένα συνέδριο που συνέβαλε στην προώθηση των αγώνων, το δυνάμωμα του κινήματος, μελέτησε σημαντικά πολιτικά και θεωρητικά προβλήματα και γενικά έφερε το κόμμα σε ένα  ανώτερο επίπεδο. Η πράξη το απέδειξε. Το ισχύον πρόγραμμα είναι κυριολεκτικά αδιέξοδο. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για αποκατάσταση των επαναστατικών χαρακτηριστικών του προγράμματος του, αλλά για την πλήρη ανατροπή του.

Κριτήριο της ορθότητας κάθε προγράμματος είναι η πράξη και τα αποτελέσματα που θα δώσει μέσα σε ένα λογικό χρονικό διάστημα. Παρότι πέρασαν αρκετά χρόνια και μάλιστα σε συνθήκες που η αστική τάξη είχε τεράστιες δυσκολίες η πολιτική αυτή όχι μόνο δεν απέδωσε καρπούς, αλλά το ΚΚΕ και το εργατικό κίνημα γνώρισαν μεγάλη ήττα.

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email
Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη
Εργατικός Αγώνας