Με βαθιά συγκίνηση και σεβασμό, ο «Εργατικός Αγώνας» αποχαιρετά το Χρήστο Τσιντζιλώνη που έφυγε πλήρης ημερών στις 19 Απριλίου του 2026. Ο Χρήστος Τσιντζιλώνης υπήρξε ιστορικό στέλεχος του ΚΚΕ, οργανικός διανοούμενος στο πλευρό της εργατικής τάξης και ένας υπέροχος άνθρωπος. Για πολλά χρόνια διετέλεσε μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ και, για μεγάλο χρονικό διάστημα, υπήρξε υπεύθυνός του.
Γεννημένος το 1933 στη Σαμαρίνα Γρεβενών, από οικογένεια που πήρε ενεργό μέρος στην εαμική εθνική αντίσταση και στην εποποιία του ΔΣΕ, εντάχθηκε από τα εφηβικά του χρόνια στην ΕΠΟΝ και πολέμησε σαν Αετόπουλο στα ελληνικά βουνά. Έζησε την πολιτική προσφυγιά, αλλά χάρηκε και τη διαπαιδαγώγηση και την εξαιρετική μορφωτική δουλειά που γινόταν στα παιδιά και στους νεαρούς πολιτικούς πρόσφυγες στις φιλόξενες σοσιαλιστικές χώρες. Η σοσιαλιστική Ουγγαρία τον σπούδασε παιδαγωγό και ιστορικό και, με αυτή του την ιδιότητα, έγινε ένας από τους πολλούς και σημαντικούς δασκάλους της προσφυγιάς, στην Ουγγαρία, αλλά και στη Ρουμανία, όπου επανενώθηκε με την οικογένειά του.
Σ` αυτό το πικρό, αποχαιρετιστήριο σημείωμα δεν θα σταθούμε στο πλούσιο βιογραφικό του, αλλά σε εκείνα τα στοιχεία του χαρακτήρα του που τον κατοχυρώνουν ως πρότυπο κομμουνιστή. Ο Χρήστος Τσιντζιλώνης ήταν ένας άνθρωπος που χαρακτηριζόταν από παιδεία και ιστορική γνώση και όχι μόνο για τα ζητήματα της ιστορίας του ΚΚΕ και του εργατικού κινήματος. Είχε επίσης σημαντική αρθρογραφία σε σχέση με τις ελληνοουγγρικές σχέσεις και την παρουσία ελληνικών κοινοτήτων στην Ουγγαρία από το 18ο αιώνα και μετά. Ήταν ένας άνθρωπος ευγενής, μειλίχιος, με βαθιά κομμουνιστική ευγένεια και πηγαίο χιούμορ. Αγαπούσε τους νέους ανθρώπους, τους καθοδηγούσε με λεπτότητα και τρυφερή αυστηρότητα‧ τους θεωρούσε παιδιά του, ή «ανίψια» του, όπως τους προσφωνούσε, απαντώντας στην προσφώνηση που είχε καθιερωθεί στο πρόσωπό του: ο «θείος».
Ήταν εξαιρετικός αφηγητής: ήξερε να φωτίζει αθέατες πλευρές για την επίσημη ελληνική ιστορία, όπως για παράδειγμα την ιστορία των λατινόφωνων Βλάχων της ιδιαίτερης πατρίδας του. Σε έκανε να κρέμεσαι από τα χείλη του, όταν αφηγούνταν τις παιδικές του περιπέτειες όταν, στη βλαχόφωνη Σαμαρίνα, πήγε, κατά λάθος, για 7 μέρες σε ρουμάνικό σχολείο. Ή όταν περιέγραφε το πώς τον υποδέχτηκαν, νεαρό δασκαλάκο, στις σχολικές μονάδες που δημιούργησε το σοσιαλιστικό ουγγρικό κράτος για τα ελληνάκια – όχι παιδιά των πολιτικών προσφύγων, αλλά πληθυσμών που παρασύρθηκαν από το φευγιό του ΔΣΕ και, λίγα χρόνια αργότερα, γύρισαν στην Ελλάδα με μεσολάβηση του Ερυθρού Σταυρού. Περιέγραφε τις γυναίκες που τον κυνηγούσαν με τα σκουπόξυλα και του φώναζαν: «Εμείς δε θέλουμε τα παιδιά μας να μάθουν τα γράμματα του Ζαχαριάδη, θέλουμε τα παιδιά μας να μάθουν τα γράμματα του Παύλου του βασιλιά». «Βρε σεις», τους απαντούσε ο Χρήστος, «το α το ίδιο το γράφει ο Ζαχαριάδης, το ίδιο το γράφει κι ο Παύλος ο βασιλιάς». Τελικά, όταν έφυγαν αυτοί οι πληθυσμοί, τον αποχαιρέτησαν με κλάματα…
Ο Χρήστος ήταν πιστός στις αρχές του μαρξισμού – λενινισμού, αγαπούσε και πίστευε βαθιά στο ΚΚΕ και στον ιστορικό του προορισμό. Είχε πολιτικό και επιστημονικό κριτήριο και αισθητήριο, αλλά και το θάρρος της γνώμης του. Και, παρά το γεγονός ότι η ζωή του επεφύλαξε και προσωπικές τραγωδίες, ήταν πάντα χαμογελαστός, αισιόδοξος, λάτρης της ζωής και των μικρών και μεγάλων χαρών της.
Ο «Εργατικός Αγώνας» εκφράζει τη βαθιά του θλίψη στη συντρόφισσα της ζωής του, Γλυκερία, στην κόρη, το γαμπρό και τον εγγονό του. Εμείς τον αποχαιρετάμε: στο καλό, σύντροφέ μας, στο καλό μέντορά μας, στο καλό «θείε» μας …







