Η συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Emmanuel Macron και η υπογραφή της νέας ελληνογαλλικής συμφωνίας παρουσιάζονται από την κυβέρνηση και τα αστικά επιτελεία ως «ιστορική αναβάθμιση» και «ασπίδα ασφάλειας» για τη χώρα. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια συνολική στρατηγική συμφωνία που αποτυπώνει τη βαθύτερη ενσωμάτωση της ελληνικής αστικής τάξης στους σχεδιασμούς του δυτικού ιμπεριαλιστικού μπλοκ, σε μια περίοδο όπου αυτό αναδιατάσσεται και οι εσωτερικές του αντιθέσεις οξύνονται.
Η συμφωνία συγκροτεί ένα πολυεπίπεδο πλαίσιο συνεργασίας. Στον πυρήνα της βρίσκεται η ανανέωση και πολιτική αναβάθμιση της ρήτρας αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής, η οποία προβλέπει υποχρέωση στρατιωτικής στήριξης σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης. Η ρήτρα αυτή παρουσιάζεται ως εγγύηση ειρήνης, στην πραγματικότητα όμως αποτελεί μηχανισμό περαιτέρω στρατιωτικής εμπλοκής, καθώς συνδέει άμεσα τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις με τους επιχειρησιακούς σχεδιασμούς της Γαλλίας.
Παράλληλα, προβλέπεται εμβάθυνση της στρατιωτικής συνεργασίας με κοινές ασκήσεις, ανταλλαγή πληροφοριών, ενίσχυση της διαλειτουργικότητας και δυνατότητα ανάπτυξης δυνάμεων σε κοινά επιχειρησιακά περιβάλλοντα, ιδιαίτερα στην Ανατολική Μεσόγειο. Η συμφωνία ενισχύει επίσης τη διασύνδεση με τη γαλλική αμυντική βιομηχανία, τόσο μέσω της συνέχισης εξοπλιστικών προγραμμάτων (όπως φρεγάτες και μαχητικά αεροσκάφη) όσο και μέσω πιθανής συμμετοχής ελληνικών επιχειρήσεων σε παραγωγικά σχήματα, μεταφοράς τεχνογνωσίας και κοινών επενδύσεων στον τομέα της άμυνας.
Σε πολιτικό επίπεδο, κατοχυρώνεται στενός συντονισμός σε Ευρωπαϊκή Ένωση και διεθνή φόρα, με κοινές θέσεις σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, ασφάλειας και γεωστρατηγικής. Η συμφωνία ενισχύει τη γραμμή της «ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας», δηλαδή την προσπάθεια της ΕΕ, και κυρίως της Γαλλίας, να αποκτήσει πιο ανεξάρτητη στρατιωτική και πολιτική παρουσία, χωρίς να αναιρείται άμεσα η σχέση με το ΝΑΤΟ.
Το πλαίσιο συνεργασίας επεκτείνεται και στην οικονομία, την ενέργεια και την τεχνολογία, με στόχο την ενίσχυση επενδύσεων, τη συμμετοχή σε ενεργειακούς σχεδιασμούς και τη διασύνδεση επιχειρηματικών ομίλων. Επιπλέον, περιλαμβάνει τομείς όπως το μεταναστευτικό , με έμφαση στη διαχείριση ροών και την ενίσχυση κατασταλτικών μηχανισμών, την πολιτική προστασία, αλλά και την παιδεία και τον πολιτισμό ως εργαλεία ήπιας ισχύος.
Η συμφωνία αυτή δεν μπορεί να ερμηνευτεί έξω από τις εξελίξεις στο εσωτερικό του δυτικού ιμπεριαλιστικού μπλοκ. Οι αντιθέσεις ανάμεσα σε ΗΠΑ και ευρωπαϊκές δυνάμεις, οι διαφορετικές προτεραιότητες εντός της ΕΕ και η σχετική μετατόπιση της παγκόσμιας ισορροπίας ισχύος οδηγούν σε μια διαδικασία αναδιάταξης. Η Γαλλία επιχειρεί να αναδειχθεί σε αυτόνομο στρατιωτικό πόλο, συγκροτώντας περιφερειακά δίκτυα επιρροής και συμμαχιών. Σε αυτό το πλαίσιο, χώρες όπως η Ελλάδα αξιοποιούνται ως κρίσιμοι γεωστρατηγικοί κόμβοι.
Η τάση αυτή συνδέεται και με τη διαφαινόμενη κρίση συνοχής του ΝΑΤΟ. Όχι ως άμεση διάλυση, αλλά ως διαδικασία όπου οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις μπορούν να οδηγήσουν σε παράλληλες δομές, ανταγωνιστικούς σχεδιασμούς και ενδεχομένως, σε βάθος χρόνου, σε βαθύτερες ρήξεις. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, περιφερειακές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, όπως η Γαλλία, επιδιώκουν να κατοχυρώσουν ρόλο ηγεμονίας σε επιμέρους γεωγραφικές ζώνες.
Η ελληνική αστική τάξη, μέσα από αυτή τη συμφωνία, επιδιώκει να αναβαθμίσει τη θέση της στο πλαίσιο αυτών των ανταγωνισμών. Να εξασφαλίσει στήριξη σε περιφερειακές αντιπαραθέσεις, να συμμετάσχει σε ενεργειακά και στρατιωτικά projects και να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της ισχύ. Ωστόσο, αυτή η στρατηγική συνεπάγεται βαθύτερη εμπλοκή της χώρας σε ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, αύξηση των εξοπλιστικών δαπανών και μετατροπή της σε κόμβο στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Η ιστορική εμπειρία επιβεβαιώνει τον χαρακτήρα αυτών των «συμμαχιών». Κατά την Καταστροφή της Σμύρνης, όταν η πόλη καιγόταν και ο ελληνικός πληθυσμός βρισκόταν αντιμέτωπος με σφαγές και εκτοπισμούς, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις, ανάμεσά τους και η Γαλλία, διατηρούσαν πολεμικά πλοία ανοιχτά της Σμύρνης χωρίς να παρέμβουν. Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί ιστορική εξαίρεση, αλλά έκφραση της πάγιας αρχής ότι οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν έχουν φίλους / συμμάχους, δρουν αποκλειστικά με βάση τα συμφέροντά τους. Και οποιαδήποτε «συμμαχία» δεν σήμαινει κοινή στρατηγική, σήμαινει προσωρινή σύμπτωση συμφερόντων που άλλαζει όταν άλλαζαν οι συσχετισμοί.
Η ελληνογαλλική συμφωνία, λοιπόν, δεν αποτελεί εγγύηση ειρήνης ή ασφάλειας για τον λαό. Αποτελεί κρίκο σε μια αλυσίδα αναδιατάξεων, όπου οι ανταγωνισμοί οξύνονται και οι κίνδυνοι διευρύνονται. Για την εργατική τάξη, το ζητούμενο δεν είναι η επιλογή καλύτερου ιμπεριαλιστικού προστάτη, αλλά η αποδέσμευση από αυτούς τους σχεδιασμούς. Γιατί σε κάθε εκδοχή, είτε υπό αμερικανική ηγεμονία είτε μέσα από ευρωπαϊκές μορφές «αυτονομίας, το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο: ενίσχυση της πολεμικής προετοιμασίας, επιβάρυνση των λαών και όξυνση των κινδύνων για νέες συγκρούσεις.







