Το συνδικαλιστικό κίνημα σημαντικός παράγοντας διαμόρφωσης ταξικού εργατικού κινήματος
Από τους κλασικούς του μαρξισμού διδαχθήκαμε ότι οι αγώνες της εργατικής τάξης και του εργατικού κινήματος πρέπει να κινούνται ταυτόχρονα σε τρεις κατευθύνσεις, τη θεωρητική, την πολιτική και την πρακτική οικονομική‧ ότι πρέπει να διεξάγονται με συνοχή και σχέδιο, ώστε να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικοί. Η μονομέρεια δεν διαμορφώνει ισχυρό συνειδητό κίνημα με ταξικό προσανατολισμό, με ενότητα και αρχές ενώ παράλληλα δεν διαμορφώνει εργάτες που θα παλεύουν συνειδητά για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων και της ζωής τους, για την υπόθεση της εργατικής τάξης, για το σοσιαλισμό.
Ο πρακτικός οικονομικός αγώνας είναι η πιο απλή και άμεση μορφή πάλης. Αναπτύσσεται καταρχάς ως αυθόρμητη αντίδραση των εργατών στην εκμετάλλευση και την καταπίεση που υφίστανται από τους εργοδότες τους. Η σημασία του είναι μεγάλη, γι’ αυτό και ονομάστηκε σχολείο της ταξικής πάλης. Ο χαρακτήρας αυτός της οικονομικής πάλης και των συνδικάτων μέσω των οποίων διεξάγεται ορίζουν και τα βασικά χαρακτηριστικά της, το είδος και το εύρος τους: ως αντίσταση στον επιχειρηματία για την απόσπαση κατακτήσεων και βελτίωση της ζωής των εργατών και των οικογενειών τους αλλά και απέναντι στο κράτος. Ουσιαστικά διαμορφώνει τους όρους πώλησης της εργατικής δύναμης. Επιπλέον διεκδικεί τον εκδημοκρατισμό στο χώρο εργασίας, τη συμμετοχή των εργαζομένων καταρχήν στις αποφάσεις για τα θέματα που τους αφορούν, τις δημοκρατικές ελευθερίες γενικότερα στην κοινωνία. Ασχολείται ακόμα με τα μεγάλα προβλήματα της εποχής, από τον πόλεμο και την προσφυγιά, ως κλιματικές καταστροφές, τις συνθήκες ζωής στις πόλεις που καθημερινά χειροτερεύουν, την αντιμετώπιση της παραγωγικής και πληθυσμιακής ερήμωσης της υπαίθρου. Ως προς την οικονομική πάλη και, κυρίως, ως προς το βάθος των διεκδικήσεων οι συνδικαλιστικές παρατάξεις που έχουν ως βάση τους τα αστικά κόμματα βλέπουν τα όρια της δράσης τους εντός της κυρίαρχης πολιτικής. Αντίθετα, δυνάμεις αγωνιστικές και κυρίως οι κομμουνιστές και άλλες αριστερές δυνάμεις δεν μένουν στα όρια που θέτει το κεφάλαιο. Ανιχνεύουν και προβάλλουν τις πραγματικές αιτίες των προβλημάτων και διατυπώνουν αιτήματα με βάση τις πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων στη συγκεκριμένη εποχή και τις δυνατότητες που έχει η οικονομία και η χώρα σε συνάρτησε με την αύξηση της παραγωγικότητας και τον πλούτο που υπάρχει στην κοινωνία. Στη βάση αυτή κάνουν τη ζύμωση και προβάλλουν τις διεκδικήσεις των συνδικάτων.
Στις γραμμές των συνδικάτων εντάσσονται εργάτες όλων των πολιτικών και ιδεολογικών αντιλήψεων και όλων των θρησκευτικών δογμάτων, αφού ο αγώνας για τη βελτίωση της ζωής είναι κοινός για όλους. Άρα, στο σωματείο, εν δυνάμει μπορούν να ενταχθούν και να δραστηριοποιηθούν όλοι οι εργαζόμενοι μιας επιχείρησης, ενός κλάδου, μιας περιοχής ολόκληρης, κάτι φυσικά δύσκολο στις μέρες μας με τις μεγάλες ιδεολογικές και πολιτικές διαιρέσεις μεταξύ των εργατών.
Όμως, το ταξικό στοιχείο, τα ταξικά συμφέροντα είναι ιδιαίτερα ισχυρός παράγοντας και με τις κατάλληλες συνθήκες μπορούν να ξεπεραστούν οι δυσκολίες και το εργατικό κίνημα να ισχυροποιηθεί. Αντίθετα, λανθασμένες επιλογές υπερπολιτικοποίησης και κομματικοποίησης του κινήματος κυρίως, αλλά όχι μόνο, από την πλευρά αστικών δυνάμεων αναδεικνύονται ιδιαίτερα επιβλαβείς, όπως επίσης και η απώλεια ταξικού προσανατολισμού.
Σύντομη ιστορική αναφορά
Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα εμφανίζεται καθυστερημένα στην Ελλάδα λόγω της καθυστερημένης διαμόρφωσης μαζικής εργατικής τάξης. Καθυστερημένη επίσης είναι και η νομική αναγνώρισή του. Εμφανίζεται η σωματειακή μορφή οργάνωσης του κινήματος και συγκροτούνται τα πρώτα εργατικά κέντρα. Μαζί εμφανίζεται η έντονη παραταξικοποίηση στο εσωτερικό του και αρχίζουν οι παρεμβάσεις του κράτους. Ορισμένες απεργίες ήταν ιδιαίτερα δυναμικές και είχαν εμβληματικό χαρακτήρα. Στην περίοδο του μεσοπολέμου ξεσπούν σε πολλούς κλάδους δυναμικές κινητοποιήσεις με μεγάλη μαζικότητα. Οι δυνάμεις καταστολής επεμβαίνουν και το κίνημα αρχίζει να μετράει θύματα και νεκρούς. Αρχίζουν και οι διασπάσεις στο εσωτερικό του και διαμορφώνονται τρεις τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις. Η καταστολή δυναμώνει με αποκορύφωμα τα συνδικάτα να κρατικοποιηθούν κατά τη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας: ένα είδος κρατικού κορπορατισμού, όπως στη φασιστική Ιταλία και τη ναζιστική Γερμανία. Η μεγάλη εργατική απεργία και εξέγερση στη Θεσσαλονίκη το Μάη του ’36 είναι η κορυφαία στιγμή στον εργατικών αγώνων της περιόδου. Η ίδρυση του εργατικού ΕΑΜ υπήρξε πρόδρομος του ίδιου του ΕΑΜ και συνοδεύτηκε από απεργιακές κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις με κορυφαία την πρώτη απεργία στην κατεχόμενη Ευρώπη που οργάνωσε η Κεντρική Πανυπαλληλική Επιτροπή. Το 1946, στο 8ο συνέδριο της ΓΣΕΕ επικρατεί ο ΕΡΓΑΣ, κερδίζοντας το 85% των εδρών. Όμως, το Συμβούλιο της Επικρατείας ακυρώνει την εκλογή κατόπιν παρέμβασης της κυβέρνησης. Κράτος και δικαιοσύνη στις κρίσιμες στιγμές δεν δίσταζαν να καταλύσουν κάθε νομιμότητα.
Ακολουθεί η μετεμφυλιακή περίοδος με κύριο χαρακτηριστικό τις διώξεις των αριστερών και κομμουνιστών συνδικαλιστών. Ο κρατικός έλεγχος των συνδικάτων μέσω του εργατοπατερισμού και του ελέγχου των οικονομικών του πόρων απογειώνεται. Κατά την πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο, η κυβέρνηση της ΝΔ εκ των πραγμάτων είναι αναγκασμένη να πάρει κάποια φιλεργατικά μέτρα όπως η μείωση του εργάσιμου χρόνου. Εξακολουθούν όμως τα κατασταλτικά μέτρα όπως ο αποκλεισμός συνδικαλιστών. Οι νομοθετικές παρεμβάσεις, με κορυφαία το νόμο 330/1976 που αφορά τον ιδιωτικό τομέα, περιορίζουν τις συνδικαλιστικές ελευθερίες. Την επόμενη χρονιά ακολουθεί ο νόμος που αφορούσε το δημόσιο τομέα, με στόχο την ενίσχυση του κρατικού ελέγχου στο δημοσιοϋπαλληλικό κίνημα. Τα μέτρα αυτά οδηγούν στη δημιουργία ανεξάρτητων και σε αντίθεση με τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ συνδικαλιστικών συσπειρώσεων. Την περίοδο διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ επιταχύνεται ο πολυκερματισμός του κινήματος και η ασυμμετρία μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου τομέα και εμπεδώνεται η οικονομική εξάρτηση από το κράτος. Συνεχίζονται όμως και οι ανοιχτές παρεμβάσεις του κράτους, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση τη δικαστική απόφαση που ανέτρεπε την εκλεγμένη αριστερή διοίκηση της ΓΣΕΕ.
Η δεκαετία του 1990 ξεκινά με την ψήφιση του νόμου 1876/90 για ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και την ίδρυση του ΟΜΕΔ. Η συνέχεια όμως ήταν ριζικά διαφορετική, λόγω της ακραίας νεοφιλελεύθερης πολιτικής της ΝΔ που επιτάχυνε τις ιδιωτικοποιήσεις και απορύθμισε τις εργασιακές σχέσεις. Την περίοδο αυτή αναπτύσσονται σημαντικοί αγώνες. Από το 1993 που επανέρχεται το ΠΑΣΟΚ στη διακυβέρνηση, επιβάλλονται οι κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά το πρότυπο των αντίστοιχων της ΕΕ και μαζί ένα μοντέλο συναινετικό στις συλλογικές διαφορές. Οι απεργίες υποχωρούν, οι κοινωνικοί εταίροι αυτοδεσμεύονται στη σύναψη συλλογικών συμβάσεων, ο εταιρισμός στη σχέση αστικής και εργατικής τάξης εδραιώνεται και μαζί η ταξική συνεργασία. Οι συνέπειες είναι εμφανείς: το ποσοστό των συνδικαλισμένων υποχωρεί, ο κατακερματισμός εντός του κινήματος εντείνεται. οι κορυφές του συνδικαλιστικού κινήματος συμμετέχουν ενεργά στον κοινωνικό διάλογο και στις διαμορφωμένες δομές ταξικής συνεργασίας, τα συνδικάτα μεταλλάσσονται σε κοινωνικούς συνομιλητές. Όλα αυτά συνεχίζονται ως την περίοδο της μεγάλης οικονομικής κρίσης και των μνημονίων τη δεκαετία του 2010. Η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων εντείνεται και πλήττει καταρχήν μεγάλο τμήμα των νεότερων ηλικιακά εργαζομένων με υψηλά προσόντα, τη λεγόμενη γενιά των 700 ευρώ. Αντίστοιχα πλήττεται μεγάλος αριθμός εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, ενώ για τις εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες η κατάσταση εξελίσσεται πολύ χειρότερα, επικρατεί ένα ειδικό εργατικό δίκαιο εξαίρεσης.
Σημειώνεται ορισμένη βελτίωση των εργατικών αμοιβών παράλληλα με την παγίωση της κοινωνικής ειρήνης και του κοινωνικού εταιρισμού, που όμως διακόπτεται από σημαντικούς απεργιακούς αγώνες σε καλά οργανωμένους χώρους. Όμως η κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος δεν είναι η πιο κατάλληλη για να αντιμετωπίσει τη λαίλαπα που πλησίαζε στο τέλος της δεκαετίας.
Η διαδρομή των 100 χρόνων του συνδικαλιστικού κινήματος στη χώρα «Δεν έχει μόνο συνέπεια τη βραδεία ενηλικίωσή του στα τέλη της δεκαετίας του 2000 αλλά και τη στρεβλή θεμελίωσή του τόσο σε οργανωτικός όσο και σε αξιακό επίπεδο. Οργανωτικός κατακερματισμός, διακριτή δομή ανάμεσα σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, παραταξιοποίηση και οικονομική εξάρτηση από το κράτος οδηγούν προοδευτικά σε μία συνθήκη εταιρικού πελατειακού συνδικαλισμού που συρρικνώνει τις προϋποθέσεις για την ιστορική διαμόρφωση μιας γνήσιας συνδικαλιστικής κουλτούρας», σημειώνει ο Γιάννης Κουζής. Και ο Απόστολος Καψάλης προσθέτει: «Η διαχρονική ταξική πολιτική αγωνιστική ταυτότητα των συνδικάτων παραχωρεί τη θέση της στο συναινετικό μοντέλο διευθέτησης των όρων εργασίας για ένα μέρος μόνο των μισθωτών, αφήνοντας το έλεος της αγοράς αρκετούς από τους υπόλοιπους. Η αιφνίδια παραίτηση ήδη από τις αρχές του 2010 κράτους και εργοδοτών από κάθε υποψία συναινετικής ρύθμισης των όρων και των συνθηκών απασχόλησης επιτρέπει να πληγούν ισότιμα και οι μεν και οι δε, τόσο οι δημόσιοι υπάλληλοι όσο και οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα, ταυτόχρονα οι εντός και οι εκτός των τειχών. Το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα με το ένδοξο παρελθόν και την ανυποχώρητη στάση του απέναντι στον αυταρχισμό μέσα σε αντίξοες συνθήκες περιπλανιέται χωρίς πυξίδα σε ένα εξαιρετικά προβληματικό παρών αφλογιστίας που καθιστά το άμεσο μέλλον τουλάχιστον αβέβαιο, αν όχι δυσοίωνο».
Το συνδικαλιστικό κίνημα δεν κατάφερε έγκαιρα να δει τις συνθήκες που διαμορφώνονταν από την επιβολή των μνημονίων και να χαράξει ενιαία, κατά το δυνατόν, γραμμή αντιμετώπισης της επίθεσης. Παρά τις σημαντικές αγωνιστικές διαθέσεις των εργατοϋπαλλήλων και των λαϊκών στρωμάτων και την τεράστια κινητοποίηση κατά βάση αυθόρμητου χαρακτήρα, η αντιλαϊκή λαίλαπα επιβλήθηκε, οι επιπτώσεις στην εργατική τάξη και το λαό ήταν τεράστιες, καθώς και στο ίδιο το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Τα σοβαρά προβλήματα που το χαρακτήριζαν επιδεινώθηκαν. Το ποσοστό των συνδικαλισμένων, κυρίως στον ιδιωτικό τομέα, μειώθηκε κατακόρυφα: ιδιαίτερα στις υπηρεσίες τα τρόφιμα και ποτά ακόμη και ως 5% , στις κατασκευές 13,5%, στο φάρμακο 20%, και στο μέταλλο 15%. Ακόμα χειρότερα στην ένδυση, τις τηλεπικοινωνίες, στην ιδιωτική εκπαίδευση κλπ.
Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας πριν το 2010 κάλυπταν το 100% των μισθωτών. Όσους δεν κάλυπταν οι επιχειρησιακές και οι κλαδικές συμβάσεις τους κάλυπτε η καθολική εφαρμογή της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Το ποσοστό αυτό κατέρρευσε στο 25% στην καλύτερη περίπτωση. Ένα μεγάλο ποσοστό αυτών των συμβάσεων υπέγραψαν ενώσεις προσώπων που συστήνονται από τους εργοδότες εξαναγκάζοντας τους εργαζόμενους να συμμετέχουν κατά τα 3/5 τους. Πρόκειται δηλαδή για «αυτοσύμβαση» των εργοδοτών. Το 2024 σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας μόνο το 16% των εργαζομένων καλυπτόταν από συλλογικές συμβάσεις εργασίας.
Η αποτυχία να παρεμποδίσουν τις εξελίξεις, την επιβολή των μνημονίων, το ξεπούλημα από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα και παράλληλα η υπογραφή νέου και πιο καταστροφικού μνημονίου, εμπέδωσε στους εργαζόμενους και στα συνδικάτα ένα αίσθημα ήττας, προδοσίας και εν τέλει αναποτελεσματικότητας και ματαιότητας των αγώνων. Κατάληξη ήταν η μεγάλη ιδιώτευση εργαζομένων και η απομαζικοποίηση του κινήματος. Οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις λιγόστεψαν πολύ και έχασαν ότι μαζικότητά τους. Οι δυναμικές κινηματικές μορφές (κατάληψη κτιρίων, δυναμική περιφρούρηση απεργιών) και οι μεγάλες μαζικές απεργίες μειώθηκαν κατακόρυφα. Τη θέση τους πήραν συγκεντρώσεις, παραστάσεις διαμαρτυρίας και μικρές διαδηλώσεις. Την ίδια περίοδο προκηρύσσονται πολλές απεργίες ρουτίνας, κυρίως γενικές πανελλαδικές, κατά βάση από τα πάνω, με ιδιαίτερα πενιχρά αποτελέσματα και κύρια επιδίωξη την οργάνωση μιας διαδήλωσης με λίγους σχετικά εργάτες απεργούς και κάθε άλλου είδους διαδηλωτές. Λειτούργησαν ως βαλβίδες εκτόνωσης του κινήματος και εκφυλισμού του όπλου της απεργίας στο βωμό του παραταξιακού ανταγωνισμού και της κατάθεσης αγωνιστικών ταξικών διαπιστευτηρίων.
Η κυβέρνηση της ΝΔ από το 2019 εμπεδώνει και επιταχύνει τα αντεργατικά αντισυνδικαλιστικά μέτρα. Ψηφίζει νόμους που επιδεινώνουν τις εργασιακές σχέσεις ακόμη περισσότερο. Απαξιώνει το 8ωρο μέσω της επέκτασης της εργασίας στον ίδιο εργοδότη ως 13 ώρες την ημέρα και μέσω της ατομικής διευθέτησης του χρόνου εργασίας σε εβδομαδιαία βάση, ενώ επέβαλε εξαήμερη εργασία δίνοντας τέλος στην εβδομάδα των 5 ημερών. Εντείνει τις κατασταλτικές μεθόδους, ψηφίζοντας νόμο που απαγορεύει τις διαδηλώσεις.
Οι ρυθμίσεις αυτές μονιμοποιούνται σε ένα περιβάλλον απόλυτης ασυδοσίας του κεφαλαίου. Δεν ασκούνται έλεγχοι για την εφαρμογή των νόμων (και αυτό εν γνώσει των αρχών)‧ η διαφθορά και η διαπλοκή ανθούν‧ το εισόδημα των εργαζομένων λεηλατείται μέσω της ακρίβειας, της φορολογίας, του κόστους κατοικίας. Τα διάφορα Pass και επιδόματα στην ακραία φτώχεια έχουν στόχο την άμβλυνση της δυσαρέσκειας και την προσέλκυση ψηφοφόρων στις ερχόμενες εκλογές. Τα φαινόμενα σήψης και παρακμής στις ανώτερες συνδικαλιστικές ηγεσίες φουντώνουν. Δεν έχουμε πλέον τη φανερή ή έμμεση στήριξη της πολιτικής του κεφαλαίου και των κυβερνήσεων του. Όμως; η διαφθορά φουντώνει, τα φαινόμενα πλουτισμού πολλαπλασιάζονται, κονδύλια αναδιανέμονται σε ένα στρώμα συνδικαλιστικών στελεχών και επιστημονικών συνεργατών που διαπλέκονται ανοιχτά με την κυβερνητικούς και κρατικούς αξιωματούχους και ευρωπαίους παράγοντες σε μία κατεύθυνση πλήρους υπονόμευσης των ταξικών χαρακτηριστικών των συνδικάτων και μετατροπής τους σε οργανώσεις παροχής υπηρεσιών και διαμεσολάβησης. Δημιουργείται κουλτούρα αταξική με κύριο κριτήριο των ατομισμό και στόχο την ευρύτερη ενσωμάτωση των εργαζομένων στην αστική πολιτική και την υπονόμευση της εργατικής αντίστασης.
Το ΠΑΜΕ, οι ελπίδες που δημιούργησε που δεν φαίνεται να επιβεβαιώνονται
Το ΠΑΜΕ δημιουργήθηκε ως απάντηση στην απώλεια των ταξικών χαρακτηριστικών των συνδικαλιστικών οργανώσεων και στην επιταχυνόμενη σύμπλευση ή στην επίδειξη ανοχής εκ μέρους τους στις κυβερνητικές αποφάσεις και στα συμφέροντα του κεφαλαίου Αρχικά, αποτελούσε συσπείρωση σωματείων, εργατικών κέντρων και πλατιών συνδικαλιστών. Σχετικά γρήγορα στένεψαν οι γραμμές και ο χαρακτήρας του και πλέον αποτελείται κυρίως από δυνάμεις του ΚΚΕ και συνεργαζόμενους μαζί τους.
Χωρίς να διακηρυχτεί δημόσια, η επιδίωξή ήταν το ΠΑΜΕ να αποτελέσει ξεχωριστό πόλο του συνδικαλιστικού κινήματος. Στην πορεία, θα αποτελούσε τον εργατικό πυλώνα της Λαϊκής Συμμαχίας από κοινού με την ΠΑΣΥ, την ΠΑΣΕΒΕ, την ΟΓΕ, το ΜΑΣ στα πλαίσια της στρατηγικής για την επαναστατική εξουσία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ένας ρόλος αμιγώς πολιτικός ανατίθετο στα συνδικάτα. Στη βάση αυτής της λογικής ο «λόγος» των περισσότερων συνδικάτων και οι διεκδικήσεις τους έπαιρναν όλο και περισσότερο πολιτικά χαρακτηριστικά θυμίζοντας αρκετές φορές κόμμα, σε σημείο που να γίνεται ο λόγος για παραγκωνισμό του ΚΚΕ από το ΠΑΜΕ. Στην πορεία φυσικά όλες αυτές τις «κατασκευές» τις πήρε ο άνεμος και η οικονομική κρίση οδήγησε στην απότομη προσγείωση.
Το ΠΑΜΕ και το ΚΚΕ, αντί να μελετήσουν τις αιτίες των κρισιακών φαινομένων που είχαν εμφανιστεί και βάθαιναν στο συνδικαλιστικό κίνημα και να επιχειρήσουν την αντιμετώπισή τους, ώστε να ξεπεραστεί η στασιμότητα, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η λύση βρίσκεται στην επικράτηση του ΠΑΜΕ σε όσο το δυνατόν περισσότερα πρωτοβάθμια σωματεία, εργατικά κέντρα και ομοσπονδίες‧ στην πορεία θα πλειοψηφούσε και θα επικρατούσε στις δύο τριτοβάθμιες οργανώσεις. Αυτό σε σημαντικό βαθμό επιτεύχθηκε και το 22ο συνέδριο του ΚΚΕ το ερμήνευσε ως επιτυχία της εργατικής πολιτικής του. Αναμφισβήτητα, η εκλογική υποχώρηση των δυνάμεων της ταξικής συνεργασίας στο συνδικαλιστικό κίνημα και η ενίσχυση του ΠΑΜΕ είναι θετικό γεγονός, όμως έχει σημασία ποιοι παράγοντες οδήγησαν στην επιτυχία αυτή. Δεν ήταν αποτέλεσμα αγώνων και ριζοσπαστικών διεργασιών στους κόλπους των εργατών και των υπαλλήλων, αλλά υποχώρησης των δυνάμεων του κέντρου και του ρεφορμισμού και φθοράς των δυνάμεων της ΝΔ, καθώς επίσης και δικαστικών αποφάσεων. Δεν ήταν προϊόν ριζοσπαστικής στροφής των εργατών, αλλά πρωτίστως της δράσης μηχανισμών. Το ΠΑΜΕ πλειοψηφεί πλέον στην ΑΔΕΔΥ και πιθανόν πολύ σύντομα να πλειοψηφήσει στη ΓΣΕΕ, ενώ ελέγχει πλήθος μαζικών και με καίριο ρόλο ομοσπονδιών. Το ερώτημα που ανακύπτει είναι γιατί η αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων δεν αντανακλάται στους αγώνες, στη δράση, στην αισιοδοξία των εργαζομένων και η κυβέρνηση παίρνει πρωτοφανείς αντεργατικές αποφάσεις, ψηφίζει νόμους χωρίς ουσιαστική αντίσταση; Στο συνδικαλιστικό κίνημα απαιτούνται βαθιές ριζοσπαστικές τομές και όχι απλά αλλαγή συσχετισμών. Εκεί βρίσκεται η ουσία.
Έχει μέλλον το συνδικαλιστικό κίνημα;
Η σταδιακή υποχώρηση του συνδικαλιστικού κινήματος και των εργατικών διεκδικήσεων τροφοδότησε τη συζήτηση σχετικά με την αναγκαιότητα ύπαρξης των συνδικάτων ή στην καλύτερη περίπτωση ποιες αλλαγές πρέπει να γίνουν σε αυτά, ποια μορφή πρέπει να πάρουν και εν τέλει ποιος πρέπει να είναι ο χαρακτήρας, το περιεχόμενο και οι στοχεύσεις τους. Η αμφισβήτηση αυτή εμφανίζεται σε μία περίοδο που ανθούν διάφορες θεωρίες που αμφισβητούν ευθέως το μαρξισμό και το εργατικό κίνημα του 20ου αιώνα. Τα παγκόσμια περιφερειακά FORUM, οι θεωρίες περί παγκοσμιοποίησης και μάλιστα ως η σύγχρονη πεμπτουσία της εργατικής και της αντικαπιταλιστικής πάλης, οργανώσεις και κινήματα, όπως η ATTAC που φέρονταν ως οι οργανωτικές μορφές που θα αντικαταστήσουν το συνδικαλιστικό κίνημα δεν είχαν διάρκεια και συνέχεια, ήταν περίπου μία μόδα, μια αντίδραση μικροαστικού χαρακτήρα. Παρά τα γεγονός ότι η φθορά του συνδικαλιστικού κινήματος δεν έχει αντιστραφεί, οι ιδέες αυτές έχουν υποχωρήσει.
Η μεγάλη κρίση του «ευτυχισμένου» καπιταλιστικού κόσμου και η στροφή στον πόλεμο που προωθεί ως όχημα για το ξεπέρασμά της οξύνει στα άκρα την αντίθεση κεφαλαίου- εργασίας με αποτέλεσμα η επίθεση στην εργατική τάξη να είναι τεράστια. Κατά συνέπεια η εργατική τάξη παρά τις δυσκολίες της είναι αναγκασμένη να παλέψει εναντίον της επιδείνωσης των όρων ζωής της, να αποτρέψει την αφαίρεση κατακτήσεων με στόχο να βελτιώσει το βιοτικό της επίπεδο. Γι’ αυτό πρέπει να διαμορφώσει όσο το δυνατόν πιο πλατιά ενότητα και να δράσει αποτελεσματικά. Ακριβώς εδώ βρίσκεται η αναγκαιότητα των συνδικάτων και του συνδικαλιστικού κινήματος. Όσο αναγκαίο ήταν το συνδικαλιστικό κίνημα πριν από μισό ή έναν αιώνα τόσο και περισσότερο είναι σήμερα. Εντός των σωματείων μπορούν να συσπειρωθούν οι εργάτες και να διεκδικήσουν μία καλύτερη ζωή‧ αυτή τη μορφή οργάνωσης της εργατικής τάξης ανέδειξε η ίδια η ζωή και δεν υπάρχει κανείς λόγος να εγκαταλειφθεί σήμερα.
Άλλο τόσο όμως είναι αλήθεια ότι πρέπει να γίνουνε ουσιαστικές και βαθιές προσαρμογές στο συνδικαλιστικό κίνημα στην κατεύθυνση θεραπείας των αδυναμιών και των δυσλειτουργιών του, ώστε τα συνδικάτα να γίνουν ξανά θελκτικά για τους εργαζόμενους και να τους πείσουν για την ανάγκη να στρατευτούν στις γραμμές τους και στους αγώνες. Τις αναγκαίες αλλαγές πρέπει να συζητήσουν εκτενώς οι εργάτες και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις‧ πρωτίστως είναι δική τους υπόθεση. Εκεί θα καταθέσουν και όλοι οι ενδιαφερόμενοι, συνδικαλιστικές παρατάξεις, επιστήμονες, πολιτικές οργανώσεις τις θέσεις και τη συμβολή τους. Από την πλευρά μας θα προβούμε σε ορισμένες γενικές παρατηρήσεις- ‧
Προτάσεις.
Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, ως οργανωτικές μορφές μέσω των οποίων οι εργάτες και οι εργαζόμενοι αγωνίζονται για τα δικαιώματά τους, μπορεί να συμπεριλάβουν εργάτες που θέλουν να δράσουν ανεξαρτήτως των πολιτικών, ιδεολογικών και θρησκευτικών πεποιθήσεων τους. Οι μορφές πάλης που χρησιμοποιούν είναι πάντα αυτές που κρίνονται αποτελεσματικές. Άρα είναι πλατιές, μαζικές, ταξικές οργανώσεις.
Τα συνδικάτα πρέπει να επεκτείνουν τη δράση τους σε ολόκληρη την εργατική τάξη, όχι μόνα στους συνδικαλισμένους και όχι μόνο σε αυτούς που έχουνε μία ορισμένη δύναμη, αλλά και στην ευέλικτη εργασία, στους χιλιάδες νέους ανασφάλιστους εργάτες, στους χιλιάδες αλλοδαπούς εργαζόμενους, τους ανασφάλιστους σε μαζικούς κλάδους, εμπόριο, επισιτισμό, τουρισμό.
Πεδίο τους είναι η εργατική τάξη και οι εργαζόμενοι‧ πρέπει όμως να είναι και όλοι όσοι υφίστανται την εκμετάλλευση και την καταπίεση, σε όλους να εκδηλώνεται η αλληλεγγύη και η αγωνιστική υποστήριξη της.
Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι ανεξάρτητες οργανώσεις όχι όμως ουδέτερες, ταξικά. Αγωνίζονται για τα συμφέροντα των εργατών και των υπαλλήλων, των μισθωτών εν γένει. Την πολιτική και τις διεκδικήσεις των οργανώσεων αποφασίζει η γενική συνέλευσή τους στη βάση των προτάσεων που θα κατατεθούν και της συζήτησης που θα επακολουθήσει. Οι συνδικαλιστικές παρατάξεις απηχούν τις διαφορετικές προσεγγίσεις στα προβλήματα και κινούνται από διαφορετικές πολιτικές και ιδεολογικές αφετηρίες. Η παρουσία και η δράση τους μπορεί είτε να αποτελέσει παράγοντα ισχυροποίησης του φορέα αν παίρνουν υπόψιν το χαρακτήρα του, είτε να οδηγούνται σε ακραία παραταξικοποίηση ακόμη και κομματικοποίηση. Τότε μετατρέπονται σε πηγή προβλημάτων. Η λογική ότι κάθε κόμμα δημιουργεί τη δική του συνδικαλιστική παράταξη με τις δικές του μόνο δυνάμεις και τα σωματεία αποτελούν απλώς το άθλημα των παρατάξεων που διαρκώς συγκρούονται γίνεται πλέον πολύ σοβαρό πρόβλημα. Λύση θα ήταν οι συνδικαλιστικές παρατάξεις να είναι ανοιχτές και να συγκροτούνται στη βάση ενός πλαισίου θέσεων για το ρόλο της εργατικής τάξης στην παραγωγή, τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα του χώρου και της εποχής, το ρόλο του σωματείου και τις διεκδικήσεις του άμεσες και μεσοπρόθεσμες που θεωρούν αναγκαίες για τον κλάδο.
Τα συνδικάτα πρέπει να επεκτείνουν τη δράση τους σε ολόκληρη την εργατική τάξη, στην ευέλικτη εργασία στους χιλιάδες νέους ανασφάλιστους, στους άλλους εργάτες και εργαζόμενους, στους χιλιάδες εργαζόμενους ανασφάλιστους σε μαζικούς κλάδους όπως το εμπόριο που επισιτισμός ο τουρισμός, σε όλες τις κατηγορίες εργαζομένων υπό τη σύγχρονη έννοια της εξαρτημένης εργασίας. Έτσι θα αντιμετωπίζονται τα φαινόμενα της ψευδοαυτοαπασχόλησης, της uberροποίησης της απασχόλησης που ευνοείται από την επέκταση της ψηφιοποίησης της εργασίας‧ σε τελική ανάλυση σε όλους αυτούς που περνούν κάτω από τα ραντάρ των συνδικαλιστικών οργανώσεων και του ενδιαφερόντων τους.
Μείζον πρόβλημα είναι ο κατακερματισμός των συνδικαλιστικών οργανώσεων που δεν βασίζεται σε καμία αντικειμενική αιτία. Μέσα από πλατιά συζήτηση και με συναινετικό πνεύμα πρέπει να δρομολογηθούν οι διαδικασίες αντιμετώπισης του προβλήματος. Ύστερα από τις βαθιές αλλαγές στο δημόσιο τομέα, φαίνεται πλέον να εκλείπουν οι λόγοι ύπαρξης δύο τριτοβάθμιων οργανώσεων. Και επειδή τα εμπόδια στη διαδικασία συνένωσης είναι πολλά, πρέπει να προωθηθούν κοινές δραστηριότητες πάνω σε μεγάλα ζητήματα και κοινές επεξεργασίες και δράσεις, ώστε να ωριμάσει η αναγκαιότητα και οι διαδικασίες του εγχειρήματος.
Η μεγαλύτερη ίσως πηγή προβλημάτων του συνδικαλιστικού κινήματος είναι η συνεχής και με πολύτροπη επέμβαση του κράτους στο εσωτερικό του και στο πεδίο δράσης του, από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας του. Κατά συνέπεια, η απόκρουση των κρατικών επεμβάσεων είναι εκ των ων ουκ άνευ αναγκαία προϋπόθεση δημιουργίας ανεξάρτητου ταξικού κινήματος. Σήμερα η ανοιχτή η καταστολή δεν είναι πλέον η συνηθισμένη μορφή επέμβασης, χωρίς να έχει εκλείψει. Οι επεμβάσεις όμως πολλαπλασιάζονται, κυρίως μέσω της λογικής των κοινωνικών εταίρων και των επιτροπών ταξικής συνεργασίας που συστήνονται. Πρόσφατα η υπουργός εργασίας δήλωνε ότι: «(…)ο τριμερής κοινωνικός διάλογος με την συμμετοχή εργαζομένων εργοδοτών και κυβέρνησης συνιστά κλειδί για την επίτευξη του στόχου των ποιοτικών θέσεων εργασίας… Στο υπουργείο εργασίας έχει ξεκινήσει αυτή τη στιγμή διαδικασία διαβούλευσης με τους κοινωνικούς εταίρους για την εκπόνηση ενός εθνικού σχεδίου δράσης με στόχο την αύξηση της κάλυψης των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Να κάνουμε τις απαραίτητες τροποποιήσεις στη νομοθεσία τις διαδικασίες και την κουλτούρα, ώστε να δημιουργήσουμε το κατάλληλο περιβάλλον για την άνθιση του κοινωνικού διαλόγου». Στην τοποθέτηση αυτή όλη η ουσία βρίσκεται στην ενίσχυση της κουλτούρας διαλόγου όταν η εργατικοί τάξη έχει ανάγκη την ενίσχυση της προβολής και διεκδίκησης των ταξικών δικαίων της.
Σημαντική παράμετρος είναι η οικονομική εξάρτηση των συνδικάτων από το κράτος, μέσω της οποίας η αστική τάξη χειραγωγεί τα συνδικάτα. Αντί των οικονομικών πόρων που προέρχονται από την αφαίμαξη των εργαζομένων και λειτουργούν ως μηχανισμός υποταγής, τα συνδικάτα πρέπει να απλώσουν τη δράση τους ζωντανά μέσα στους εργάτες και από αυτούς να αντλήσουν τους πόρους, καθώς και από άλλου είδους εργατικές και λαϊκές δραστηριότητες. Υπάρχει σημαντική τέτοια πείρα.
Τα συνδικάτα πρέπει να επεξεργαστούν σύγχρονο διεκδικητικό πλαίσιο το οποίο δεν θα αποτελεί συρραφή οικονομικών κατά βάση αιτημάτων και διεκδικήσεων που θα αναπροσαρμόζονται μηχανιστικά ανάλογα με τον πληθωρισμό. Θα λαμβάνει υπόψιν το σύνολο των αναγκών της εργατικής και λαϊκής οικογένειας, των ανέργων και των συνταξιούχων‧ όχι μόνο το μισθό και το μεροκάματο, αλλά και το κόστος στέγης, την παιδεία και την υγειονομική περίθαλψη, την πολιτιστική δραστηριότητα, την αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου των εργαζομένων. Ένα διεκδικητικό πλαίσιο που απορρίπτει το σεβασμό των «κοστολογίων» κυβέρνησης και αντιπολίτευσης και τις πολιτικές της μόνιμης λιτότητας και έχει σημαία του τις ανάγκες των εργαζομένων για το σήμερα και το καλύτερο αύριο τους. Απορρίπτει τον αυταρχισμό και τη μονοκρατορία του διευθυντή της επιχείρησης και διεκδικεί ρόλο και λόγο για τους εργαζόμενους στα θέματα τουλάχιστον που τους αφορούν.
Με βάση τα άλματα της επιστήμης και της τεχνολογίας και, κατ’ επέκταση, της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, θα πρέπει να θέσει την ουσιαστική μείωση του χρόνου εργασίας στην προοπτική της 5ήμερης εργασίας 30 ωρών σε ένα εργοδότη‧ θα πρέπει να διεκδικήσει τον περιορισμό στο εντελώς αναγκαίο των υπερωριών, κυρίως στις εποχιακές οικονομικές δραστηριότητες, χωρίς μείωση αποδοχών ή καλύτερα με ουσιαστική αύξηση αποδοχών και ανατροπή της σχέσης ποσοστού της εργασίας σε βάρος του ποσοστού κερδών στο ΑΕΠ.







